Η Θεσμικότητα ως Υποκατάστατο Πολιτικής: Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Απομάκρυνση από τη Σοβαρότητα των Καιρών
- 21 Ιαν
- διαβάστηκε 2 λεπτά

Σε περιόδους ιστορικής καμπής, η πολιτική δεν κρίνεται από τη συμμόρφωσή της στους θεσμούς, αλλά από την ικανότητά της να συγκρούεται μαζί τους. Κι όμως, η σύγχρονη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε μια ρητορική και πρακτική «θεσμικότητας», η οποία όχι μόνο δεν απαντά στο βάθος της κοινωνικής κρίσης, αλλά λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής σοβαρότητας. Η επίκληση των θεσμών, της κανονικότητας και των περιορισμών παρουσιάζεται ως υπευθυνότητα, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά πολιτική αδυναμία.
Ο Robert Grafstein, στο κλασικό του άρθρο The Problem of Institutional Constraint, αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο που συχνά αποσιωπάται: οι θεσμοί δεν είναι απλώς περιορισμοί που δεσμεύουν τη δράση των πολιτικών υποκειμένων, αλλά αποτελέσματα συγκεκριμένων ιστορικών ισορροπιών δύναμης. Οι περιορισμοί δεν είναι εξωτερικοί ούτε ουδέτεροι· είναι ενσωματωμένοι σε σχέσεις εξουσίας και αναπαράγουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Όταν η πολιτική αποδέχεται τους θεσμούς ως αδιαπραγμάτευτο πλαίσιο, παραιτείται εκ των προτέρων από τη δυνατότητα μετασχηματισμού τους.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα της σημερινής θεσμικής αυτοπαρουσίασης του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί να αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως πεδίο σύγκρουσης, τους αντιμετωπίζει ως εγγύηση σοβαρότητας. Αντί να αναδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, της δικαιοσύνης ή των ευρωπαϊκών μηχανισμών, τους επικαλείται ως ουδέτερους διαιτητές που απλώς χρειάζονται «καλύτερη διαχείριση». Αυτή η στάση δεν αποτελεί υπέρβαση της ήττας του 2019· αποτελεί τη θεωρητική της παγίωση.
Η θεσμικότητα, όπως χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο του κόμματος, λειτουργεί αποπολιτικοποιητικά. Μετατρέπει τη σύγκρουση σε διαδικασία, την κοινωνική αγανάκτηση σε αίτημα διαβούλευσης και την κρίση αναπαράστασης σε πρόβλημα επικοινωνίας. Όμως, όπως υπενθυμίζει έμμεσα ο Grafstein, όταν οι θεσμοί παρουσιάζονται ως σταθεροί και αναπόδραστοι περιορισμοί, τότε η πολιτική δράση περιορίζεται σε επιλογές εντός ενός πλαισίου που έχει ήδη καθοριστεί από άλλους.
Σε μια εποχή κοινωνικής αποδιάρθρωσης, ακραίων ανισοτήτων, αυταρχικής στροφής του κράτους και απονομιμοποίησης των αντιπροσωπευτικών μηχανισμών, η εμμονή στη θεσμική κανονικότητα δεν είναι ένδειξη ωριμότητας, αλλά άρνηση της πραγματικότητας. Η σοβαρότητα των καιρών απαιτεί πολιτική που να αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν «χάλασαν», αλλά λειτουργούν ακριβώς όπως σχεδιάστηκαν: ως μηχανισμοί σταθεροποίησης μιας κοινωνικής τάξης που καταρρέει προς όφελος των λίγων.
Η θεσμική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ αποσυνδέεται έτσι από τα πραγματικά υποκείμενα της κρίσης. Δεν απευθύνεται στους εργαζόμενους, στους επισφαλείς, στους αποκλεισμένους, αλλά σε έναν αφηρημένο «ορθολογικό πολίτη» που υποτίθεται πως ζητά απλώς καλύτερη λειτουργία των θεσμών. Όμως η πολιτική, όπως και οι θεσμοί, δεν είναι ουδέτερη. Και όταν ένα κόμμα της Αριστεράς αρνείται να τοποθετηθεί απέναντι στους θεσμούς ως σχέσεις δύναμης, τότε παύει να λειτουργεί ως δύναμη μετασχηματισμού και μετατρέπεται σε διαχειριστή περιορισμών.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αρκετά θεσμικός. Είναι ότι είναι θεσμικός με λάθος τρόπο και τη λάθος στιγμή. Σε μια ιστορική συγκυρία που απαιτεί ρήξεις, επιλέγει προσαρμογές. Σε μια περίοδο που η κοινωνία αμφισβητεί τη νομιμοποίηση των θεσμών, το κόμμα επενδύει στην αποκατάστασή τους χωρίς να αμφισβητεί το περιεχόμενό τους. Έτσι, η θεσμικότητα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ιδεολογία.
Αν η Αριστερά θέλει να επανέλθει ως σοβαρός πολιτικός δρων, οφείλει να θυμηθεί αυτό που η θεωρία – από τον Μαρξ έως τον Grafstein – υπενθυμίζει διαρκώς: οι θεσμοί δεν περιορίζουν απλώς την πολιτική· είναι το πεδίο όπου η πολιτική είτε συγκρούεται είτε παραδίδεται. Και σήμερα, η παράδοση βαφτίζεται επικίνδυνα «υπευθυνότητα».
Διαβάστε επίσης:
Grafstein, R. (1988). The problem of institutional constraint. The Journal of Politics, 50(3), 577–599. https://doi.org/10.2307/2131463
κείμενο: Αριστόνικος_



Σχόλια