Από τον δημόσιο λόγο στη δημόσια κανονικότητα: πώς τα media κατασκευάζουν ένα νέο συντηρητισμό
- 21 Ιαν
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Η δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε γύρω από τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτισμικής αντιπαράθεσης. Είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της γλώσσας που επιλέγουν και του πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσουν μια δήλωση, συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός νέου – συχνά υπόγειου – κύματος συντηρητισμού στον δημόσιο λόγο.
Η ίδια η δήλωση, αποσπασματικά παρουσιασμένη ως «άποψη υπέρ της δημόσιας διαβούλευσης για τις αμβλώσεις», μετατοπίστηκε σχεδόν άμεσα από το πλαίσιο της κοινωνικής και υγειονομικής συζήτησης στο πεδίο της ηθικής σύγκρουσης. Το ζήτημα δεν τέθηκε ως δικαίωμα, ούτε ως ζήτημα πρόσβασης των γυναικών σε υπηρεσίες υγείας, αλλά ως ένα «αμφιλεγόμενο θέμα αξιών». Αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτική.
Όπως επισημαίνουν οι Simon και Jerit στη θεωρητική τους προσέγγιση, τα media λειτουργούν ως κρίσιμος μεσολαβητής ανάμεσα στον πολιτικό λόγο και την κοινή γνώμη, όχι μεταφέροντας απλώς πληροφορίες, αλλά αναδομώντας το νόημά τους. Όταν τα μέσα επιλέγουν να αναδείξουν συγκεκριμένες λέξεις, φράσεις ή αντιδράσεις και να αποσιωπήσουν άλλες, ουσιαστικά καθορίζουν ποια ερμηνεία θα γίνει κυρίαρχη. Το κοινό δεν διαμορφώνει άποψη επί του πλήρους λόγου, αλλά επί της εκδοχής του λόγου που του παρουσιάζεται.
Στην περίπτωση των αμβλώσεων, η επιλογή λέξεων όπως «ηθικό δίλημμα», «ζήτημα ζωής», ή «δημόσια διαβούλευση» δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα — τη νοηματοδοτεί. Μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων στο επίπεδο της συλλογικής κρίσης και της ηθικής επιτήρησης. Πρόκειται για έναν γλωσσικό μηχανισμό που, σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας, καθιστά ορισμένες πολιτικές θέσεις πιο «λογικές», πιο «μετριοπαθείς» και τελικά πιο κοινωνικά αποδεκτές.
Η συμβολή των media εδώ δεν έγκειται μόνο στην προβολή συντηρητικών φωνών, αλλά στη φυσικοποίηση του συντηρητικού πλαισίου. Όταν ένα θεμελιωμένο δικαίωμα παρουσιάζεται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή «διαλόγου», τότε παύει να είναι αυτονόητο. Όπως τονίζουν οι Simon και Jerit, η επαναλαμβανόμενη έκθεση του κοινού σε τέτοια πλαίσια οδηγεί στη σταδιακή αναδόμηση των πολιτικών του στάσεων, όχι μέσα από πειθώ, αλλά μέσα από εξοικείωση.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: ο σύγχρονος συντηρητισμός δεν επιβάλλεται με απαγορεύσεις, αλλά εισάγεται γλωσσικά. Δεν εμφανίζεται ως ακραίος, αλλά ως «λογικός», «συζητήσιμος», «ισορροπημένος». Τα media, λειτουργώντας ως φίλτρο πολιτικού λόγου, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η αμφισβήτηση δικαιωμάτων δεν παρουσιάζεται ως οπισθοδρόμηση, αλλά ως ώριμη κοινωνική συζήτηση.
Η υπόθεση Καρυστιανού αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Η δημόσια σφαίρα δεν οργανώθηκε γύρω από τις πραγματικές συνθήκες που οδηγούν μια γυναίκα στην άμβλωση, ούτε γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες ή τις δομές υποστήριξης. Αντίθετα, οργανώθηκε γύρω από μια ηθικοποιημένη αφήγηση, στην οποία τα media λειτούργησαν ως καταλύτης. Όχι επειδή «πήραν θέση», αλλά επειδή επέλεξαν το πλαίσιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο συντηρητισμός δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί να ειπωθεί με τις σωστές λέξεις, τη σωστή στιγμή, από τα σωστά μέσα.
Διαβάστε επίσης:
Simon, A.F. and Jerit, J. (2007) ‘Toward a theory relating political discourse, media, and public opinion’, Journal of Politics, 69(1), pp. 254–271. doi:10.1111/j.1468-2508.2007.00526.x.
** Η εικόνα του άρθρου αποτελεί το photomontage της Hannah Höch Cut with the Kitchen Knife Dada Through the Last Weimar Beer-Belly Cultural Epoch in Germany (1919–1920). Το έργο είναι μια αιχμηρή πολιτισμική κριτική της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με υλικό κομμένο από εφημερίδες, περιοδικά και έντυπα μαζικής κουλτούρας, η Höch δείχνει τη δημόσια ζωή ως ένα πεδίο που “συναρμολογείται” από θραύσματα: πολιτικούς, στρατιωτικές φιγούρες, τεχνολογία, θέαμα, μαζικές συγκεντρώσεις. Η ίδια η αισθητική του κοψίματος/επικόλλησης λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη σύγχυση και τις αντιφάσεις της νέας τάξης πραγμάτων, ενώ ο τίτλος (“beer-belly culture”) σατιρίζει μια αυτάρεσκη, ανδροκεντρική κανονικότητα. Το “κουζινομάχαιρο” – οικιακό σύμβολο – γίνεται εργαλείο αποδόμησης της δημόσιας εξουσίας και των έμφυλων ιεραρχιών, με έμφαση στη «Νέα Γυναίκα» και στη διαπλοκή πολιτικής, εικόνας και μαζικών στερεοτύπων.
κείμενο: Αριστόνικος_



Σχόλια