top of page

Όταν φεύγει ένας σκύλος. Μία αντινεκρολογία για την Τζούρα (της ζωής μου)

  • 21 Μαΐ
  • διαβάστηκε 13 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 24 Μαΐ


(Αν θέλετε μπορείτε πρώτα να ακούσετε το κομμάτι πριν διαβάσετε το κείμενο)


I

Η Τζούρα μας άφησε. Δεκαέξι χρόνια μαζί, και μέσα σε μία εβδομάδα έφυγε, με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια που μοιάζει να ανήκει στα πλάσματα που δεν χρειάζονται γλώσσα. Μια αξιοπρέπεια χωρίς λέξεις, χωρίς θέατρο, χωρίς αίτημα. Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Δεν ζήτησε χρόνο. Ήταν απλώς εκεί, σε μια γωνιά της κουζίνας ή κάτω από το τραπέζι, κοντά στα πόδια μας, με τα μάτια μισόκλειστα, σαν να περίμενε κάτι που εμείς δεν θέλαμε να δούμε. Και ύστερα δεν ήταν πια.


Αυτό δεν είναι νεκρολογία. Η Τζούρα δεν χρειάζεται νεκρολογία. Δεν είχε ποτέ ανάγκη από λέξεις. Είναι ένα κείμενο για όσα αφήνουν πίσω τους τα σκυλιά όταν φεύγουν. Ή, ακριβέστερα, για όσα αποκαλύπτουν για εμάς, τώρα που έφυγαν.


Όταν είμαι θλιμμένος, μου αρέσει να κοιτάζω τα άστρα. Όχι επειδή παρηγορούν. Ίσως ακριβώς επειδή δεν παρηγορούν. Στέκονται εκεί, μακριά από τη βιασύνη μας, έξω από το μικρό ανθρώπινο ημερολόγιο της απώλειας. Δημιουργούν μια αίσθηση άχρονου, μια διάσταση του πάντα, ένα μακρό επίπεδο της ύπαρξης όπου η λύπη δεν μικραίνει, αλλά αλλάζει κλίμακα.


Την τελευταία εβδομάδα, μέσα σε αυτή τη θλίψη και το άγχος για το τι θα γίνει με την Τζούρα, αναζήτησα άλλα βλέμματα που είχαν στραφεί, προς την ίδια περιοχή. Φιλοσόφους, συγγραφείς, ανθρώπους που στάθηκαν κι εκείνοι πάνω από ένα σώμα που έσβηνε ή δίπλα σε ένα βλέμμα που δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν. Δεν τους αναζήτησα για να μου εξηγήσουν την απώλεια. Τους αναζήτησα όπως κοιτάζει κανείς τα άστρα. Για να αισθανθεί ότι αυτό που τώρα τον συντρίβει δεν ανήκει μόνο στη δική του στιγμή, αλλά σε έναν παλιότερο, βαθύτερο χρόνο. Ιστορίες σκύλων λοιπόν μέσα στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία, στην ιστορία. Ιστορίες που, στο τέλος, μιλούν λιγότερο για τα σκυλιά και περισσότερο για εμάς [2].


Υπάρχει μια εύκολη αφήγηση για τα σκυλιά. Τη γνωρίζουμε όλοι. Το σκυλί είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Άνευ όρων αγάπη. Πίστη μέχρι θανάτου. Αφοσίωση. Η εικόνα του σκύλου που περιμένει στην πόρτα, που κουνάει την ουρά, που σε κοιτάζει σαν να είσαι το κέντρο του κόσμου.


Η αφήγηση αυτή είναι αληθινή. Και ταυτόχρονα ριζικά ανεπαρκής.


Είναι ανεπαρκής επειδή τοποθετεί τον σκύλο σε θέση υποταγής. Μας κολακεύει. Μας λέει αυτό που θέλουμε να ακούσουμε, ότι κάποιος μας αγαπά χωρίς να μας κρίνει, ότι υπάρχει μια σχέση χωρίς τριβή, χωρίς αμφιβολία, χωρίς αντίρρηση. Μια σχέση καθρέφτης, όπου κοιτάζουμε τα μάτια του σκύλου και βλέπουμε τον εαυτό μας αγαπημένο, αθώο, καλό.


Αλλά αν αυτό ήταν όλο, τα σκυλιά θα ήταν απλώς ζωντανά κατοπτρικά αντικείμενα. Και δεν είναι. Είναι κάτι πολύ πιο ανήσυχο και πολύ πιο απαιτητικό.


II

Ο Ζακ Ντερριντά αφιέρωσε ένα σημαντικό μέρος της ύστερης σκέψης του στο βλέμμα ενός ζώου. Στις διαλέξεις που εκδόθηκαν ως The Animal That Therefore I Am, περιγράφει μια σκηνή σχεδόν αστεία στην απλότητά της. Βγαίνει γυμνός από το μπάνιο και η γάτα του τον κοιτάζει. Αυτό και μόνο. Κι εκείνος νιώθει ντροπή [3].


Εκείνο που ανακαλύπτει ο Ντερριντά σε αυτή τη σκηνή δεν είναι ότι τα ζώα μας κατανοούν με ανθρώπινους όρους. Είναι κάτι πιο ενοχλητικό. Η παρουσία τους αποκαλύπτει τα όρια αυτού που νομίζουμε ότι σημαίνει «εγώ». Δείχνει ότι δεν είμαστε τόσο αυτάρκεις, τόσο κυρίαρχοι, τόσο σαφείς όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κάτω από τη γλώσσα, κάτω από τη λογική, κάτω ακόμη και από τα ρούχα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, υπάρχει ένα πλάσμα εκτεθειμένο, τρωτό, ζωικό. Ένα βλέμμα χωρίς γλώσσα και χωρίς ερμηνεία αρκεί για να το αποκαλύψει.


Ο Ντερριντά ξεκινά από τη γάτα. Αυτό που ανοίγει όμως αφορά κάθε ζώο που μας κοιτάζει, ή που παραμένει δίπλα μας χωρίς καν να μας κοιτάζει.


Το σκυλί, μάλιστα, κάνει κάτι ακόμη πιο ανατρεπτικό. Δεν σε κοιτάζει σαν ξένο. Σε ακολουθεί. Μένει. Κάθεται δίπλα σου όχι επειδή είναι έξω από την ανάγκη, την πείνα, τη συνήθεια ή την προσδοκία μιας μπουκιάς, αλλά επειδή η σχέση του μαζί σου δεν περνά από εκεί όπου περνούν οι ανθρώπινες σχέσεις. Από την εξήγηση, την κρίση, τη διαπραγμάτευση. Δεν σου προσφέρει αναγνώριση με την έννοια που ο άνθρωπος δίνει στην αναγνώριση. Σου προσφέρει κάτι πιο στοιχειώδες. Παρουσία χωρίς ετυμηγορία. Συντροφιά χωρίς απαίτηση να την ερμηνεύσεις.


Κάθε ζώο, με τον δικό του τρόπο, αποκαλύπτει κάτι για εμάς. Ο σκύλος, όμως, αποκαλύπτει ίσως το πιο δύσκολο. Τη βαθιά ανάγκη μας να μη μένουμε μόνοι. Και αυτή είναι μια ανάγκη που καμία φιλοσοφία δεν μπόρεσε ποτέ να θεραπεύσει.


Αυτό δεν είναι απλώς πίστη. Είναι μια μορφή παρουσίας που προηγείται της εξήγησης.


III

Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Κυριολεκτικά, από τον Όμηρο.


Ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη ύστερα από είκοσι χρόνια. Μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, δεν τον αναγνωρίζει σχεδόν κανείς. Ούτε η Πηνελόπη, ούτε οι υπηρέτες, ούτε ο οίκος του. Ο Άργος όμως, ο σκύλος του, ξαπλωμένος πάνω σε έναν σωρό κοπριάς, γεμάτος τσιμπούρια, αδύναμος και ετοιμοθάνατος, τον αναγνωρίζει. Κουνάει την ουρά. Κατεβάζει τα αυτιά. Και πεθαίνει [4].


Η σκηνή αυτή στη ραψωδία ρ΄ της Οδύσσειας είναι από τις πιο ανατρεπτικές στιγμές της δυτικής λογοτεχνίας. Δεν πρόκειται απλώς για πίστη. Πρόκειται για αναγνώριση. Ο Άργος αναγνωρίζει τον Οδυσσέα εκεί όπου οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται ακόμη σημάδια, αποδείξεις, αποκαλύψεις. Ο Οδυσσέας είναι μεταμφιεσμένος, άρα κρυμμένος. Ο σκύλος βλέπει μέσα από τη μεταμφίεση. Βλέπει τον άνθρωπο πίσω από το πρόσωπο. Κι έπειτα πεθαίνει.


Η σκηνή μοιάζει να υπαινίσσεται κάτι που πολλοί μεταγενέστεροι στοχασμοί δυσκολεύτηκαν να δεχτούν. Ότι μια βαθιά μορφή αναγνώρισης δεν χρειάζεται πάντοτε λόγο, ταυτότητα ή ιδέα. Χρειάζεται σώμα, μυρωδιά, χρόνο.


Και ο Οδυσσέας, ο πολύτροπος, ο άνθρωπος της γλώσσας και του δόλου, δακρύζει κρυφά. Γιατί ο σκύλος είδε αυτό που ο λόγος δεν μπορεί να πει. Ότι κάτω από τη μεταμφίεση, κάτω από τα είκοσι χρόνια, κάτω από τη συνεχόμενη στρατηγική, υπάρχει ακόμη κάποιος.


IV

Ο Εμμάνουελ Λεβινάς τοποθέτησε στο κέντρο της ηθικής τη σχέση με τον Άλλο, δηλαδή το πρόσωπο που στέκεται απέναντί μας και μας δεσμεύει σε ευθύνη. Στο φιλοσοφικό του σχήμα, ωστόσο, αυτή η ηθική σκηνή διαμορφώνεται πρωτίστως μέσα στον ορίζοντα του ανθρώπινου προσώπου. Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εμπειρία που αφηγείται ο ίδιος ως Γάλλος στρατιώτης εβραϊκής καταγωγής, όταν, ύστερα από τη σύλληψή του από τους Ναζί, κρατήθηκε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων και καταναγκαστικής εργασίας του Fallingbostel. Η εμπειρία αυτή φέρνει στο προσκήνιο μια διάσταση που υπερβαίνει τα όρια της θεωρητικής του διατύπωσης.


Μέσα σε εκείνον τον κόσμο οργανωμένης αποανθρωποποίησης, ένας αδέσποτος σκύλος, ο Μπόμπι, ήταν ο μόνος που τους αντιμετώπιζε ως ανθρώπους. Ερχόταν κάθε πρωί, κουνούσε την ουρά, χαιρόταν με την παρουσία τους. Ήταν, γράφει ο Λεβινάς, «ο τελευταίος Καντιανός στη ναζιστική Γερμανία» [5].


Η φράση είναι συγχρόνως ειρωνική και σπαρακτική. Εκεί όπου το ναζιστικό σύμπαν είχε αφαιρέσει από τους κρατούμενους το ανθρώπινο πρόσωπο, ένας σκύλος τούς το επέστρεφε. Ο Λεβινάς δεν κατόρθωσε ποτέ να ενσωματώσει πλήρως αυτή την εμπειρία στη φιλοσοφία του. Και αυτό ίσως λέει περισσότερα από πολλές θεωρητικές διατυπώσεις. Τι σημαίνει όταν ένα σύστημα σκέψης δεν χωρά αυτό που ο ίδιος ο στοχαστής του έζησε. Τι σημαίνει όταν η φιλοσοφία δεν μπορεί να χωρέσει τον σκύλο.

Η ιστορία αυτή έχει, παράξενα, και έναν ελληνικό αντίλαλο. Στη Λήμνο, ανάμεσα στους εξόριστους του Μούδρου, υπήρξε ο Ντικ, ο σκύλος που αγάπησε τους εξόριστους και, ακριβώς γι’ αυτό, έγινε κι αυτός εχθρός των φυλάκων τους. Ο Ρίτσος τον κράτησε μέσα στην Καντάτα για τη Μακρόνησο, όχι ως σύμβολο αθωότητας, αλλά ως σύντροφο μιας κοινότητας ανθρώπων από τους οποίους η εξουσία επιχειρούσε να αφαιρέσει το πρόσωπο. Ο Μπόμπι του Λεβινάς και ο Ντικ του Ρίτσου στέκονται στο φάσμα της ίδιας εμπειρίας. Εκεί όπου ο άνθρωπος υποβιβάζεται, ένας σκύλος επιμένει να αναγνωρίζει [6].


Ίσως αυτό να φανερώνει κάτι που η φιλοσοφία δυσκολεύεται να δεχτεί χωρίς υπόλοιπο. Όχι ότι ο σκύλος είναι ηθικό υποκείμενο με τους δικούς μας όρους, αλλά ότι η αναγνώριση μπορεί να έρθει από εκεί όπου δεν την περιμένουμε. Από ένα βλέμμα, από μια ουρά που κινείται, από ένα σώμα που πλησιάζει, από μια παρουσία που αρνείται να συνταχθεί με την απανθρωπιά.


V

Η Donna J. Haraway μας προσφέρει ένα διαφορετικό λεξιλόγιο για να διαβάσουμε αυτά τα κενά. Στο The Companion Species Manifesto δεν μιλά για τα σκυλιά ως απλά κατοικίδια. Μιλά για συγκατοίκηση, για συνεξέλιξη, για σημαντικές ετερότητες [7].

Η βασική της θέση είναι ριζοσπαστική. Δεν εξημερώσαμε μονομερώς τα σκυλιά. Εξελιχθήκαμε μαζί τους. Γίναμε αυτό που είμαστε μαζί τους, και εκείνα έγιναν αυτό που είναι μαζί μας. Η σχέση δεν είναι απλώς κυριαρχία. Είναι συνδιαμόρφωση. Δεν τα κρατάμε απλώς. Ζούμε μαζί τους. Και αυτή η συνύπαρξη δεν στηρίζεται μόνο σε συμβόλαιο ή σε ανθρώπινη γλώσσα. Στηρίζεται σε σώμα, σε επανάληψη, σε αίσθηση, σε εμπιστοσύνη χωρίς εγγυήσεις.


Η Haraway χαλάει επίσης μια πιο βολική αφήγηση ότι η λέξη «αγάπη» αρκεί. Δεν αρκεί. Η σχέση με ένα ζώο δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι εργασία προσοχής, φροντίδας και αμοιβαίου μετασχηματισμού. Το σκυλί αλλάζει το πρόγραμμά σου, τους ρυθμούς σου, τον τρόπο που κοιτάς τον δρόμο, τη βροχή, τις γωνίες. Σε αναγκάζει να βγεις έξω. Σε αναγκάζει να σκύψεις. Σε αναγκάζει να φροντίσεις ένα σώμα που δεν είναι το δικό σου.


Και αυτό δεν είναι απλώς αγάπη.


Είναι ένας τρόπος να μάθεις να ζεις.


VI

Και μέσα σε αυτή τη κατανόηση σχέσης πηγαίνουμε σε ένα ακόμη πυκνότερο πεδίο , εκεί όπου ο δεσμός με τα πλάσματα συναντά τη γη, τη μνήμη και την πολιτική βία. Ο Λουίς Σεπούλβεδα μεταφέρει τη σχέση ανθρώπου και σκύλου σε ένα διαφορετικό πεδίο σε εκείνο που αφορά τη γη, τη μνήμη αλλά και την πολιτική βία. Στην Ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό, ο σκύλος εμφανίζεται ως πλάσμα δεμένο με έναν τόπο, με έναν λαό και με μια μορφή σχέσης προς τον κόσμο που προηγείται της ανθρώπινης κυριαρχίας. Ο Σεπούλβεδα γράφει μια φαινομενικά απλή ιστορία, μέσα από την οποία η μνήμη ενός σκύλου γίνεται τρόπος να μιλήσει για τον αποικισμό, τον ξεριζωμό, τη φύση και τη βία που ασκείται στους Μαπούτσε [8].


Ο σκύλος του, ένας γερμανικός ποιμενικός, χάνεται μικρός στο χιόνι, σώζεται από ένα τζάγκουαρ και μεγαλώνει σε κοινότητα Μαπούτσε, δίπλα στον Aukamañ, το παιδί που γίνεται σχεδόν αδελφός του. Εκεί μαθαίνει τη γη από τη μυρωδιά, τον χρόνο από τις εποχές και τον δεσμό από τη σιωπή. Δεν υπηρετεί. Συνυπάρχει. Κι όταν αργότερα περνά στην υπηρεσία ανθρώπων που τον χρησιμοποιούν για να κυνηγήσει εκείνους που κάποτε αγάπησε, το σώμα του γίνεται πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη μνήμη και στην εντολή.


Αυτό που αναδεικνύει ο Σεπούλβεδα, και που πολλά βιβλία για τα ζώα αποφεύγουν, είναι ότι η σχέση μας με τα σκυλιά δεν ανήκει σε κάποια φυσική αθωότητα. Είναι βαθιά πολιτική. Ο τρόπος που ζει ένα σκυλί εξαρτάται από τον κόσμο που το περιβάλλει, από το αν αυτός ο κόσμος σέβεται τη γη, τη ζωή και τη σχέση ή από το αν τα μετατρέπει όλα σε ιδιοκτησία, εργαλείο και εμπόρευμα. Η βία δεν ξεριζώνει μόνο λαούς. Ξεριζώνει και τη σχέση ανάμεσα στα όντα. Διαρρηγνύει τον δεσμό. Και ο σκύλος, μέσα σε αυτή τη ρήξη, είναι εκείνος που θυμάται.


Η πίστη του Πιστού από υπακοή γίνεται αντίσταση στη λήθη.


VII

Ο Μίλαν Κούντερα, στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (αν δεν το έχετε διαβάσει διαβάστε το, το έχω σε λινκ στο τέλος του κειμένου και επίσης δεν έχει καμία σχέση με την ταινία) , αφιερώνει μερικές από τις πιο τρυφερές και βαθιές σελίδες του μυθιστορήματος στον Καρένιν, τον σκύλο της Τερέζας και του Τομάς, που παίρνει το όνομά του από την Άννα Καρένινα του Τολστόι, το βιβλίο που κρατούσε η Τερέζα όταν έφτασε στην Πράγα [9].


Για τον Κούντερα, η αγάπη ανάμεσα στον άνθρωπο και στον σκύλο ανήκει σε άλλη τάξη από την ανθρώπινη αγάπη. Η ανθρώπινη αγάπη μπαίνει σχεδόν πάντα στη γλώσσα. Ρωτά, εξηγεί, απαιτεί, συγκρίνει, διαπραγματεύεται, πληγώνεται. Η αγάπη του Καρένιν, αντίθετα, ζει μέσα στην επανάληψη μέσα στον ίδιο περίπατο, στο ίδιο ξύπνημα, στο ίδιο κρεβάτι, στην ίδια αναμονή. Δεν αναζητά νόημα· αναζητά ρυθμό.


Ο Κούντερα το λέει σχεδόν απερίφραστα. Το ζώο δεν έχει εκδιωχθεί από τον Παράδεισο. Δεν γνωρίζει τη διάσπαση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή, δεν γνωρίζει την αηδία, την ενοχή, την αυτοπαρατήρηση. Γι’ αυτό και η σχέση της Τερέζας με τον Καρένιν έχει κάτι που η σχέση της με τον Τομάς δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει ολοκληρωτικά. Αθωότητα. Δεν υπάρχει εκεί ο πόλεμος των ερμηνειών, η ανάγκη επιβεβαίωσης, η αγωνία της προδοσίας. Υπάρχει μόνο η ήρεμη, επαναλαμβανόμενη παρουσία ενός πλάσματος που δεν ζητά να εξηγήσει την αγάπη του για να την κάνει αληθινή.


Γι’ αυτό και η επανάληψη, που για τον άνθρωπο μπορεί να μοιάζει με στασιμότητα, στον Καρένιν γίνεται μορφή ευδαιμονίας. Ο ανθρώπινος χρόνος κινείται προς τα εμπρός, σαν ευθεία γραμμή. Ο χρόνος του Καρένιν είναι κυκλικός. Επιστρέφει στα ίδια πράγματα και ακριβώς μέσα σε αυτή την επιστροφή βρίσκει τη γαλήνη του. Η ευτυχία, εδώ, δεν είναι πρόοδος· είναι η επιθυμία να ξανασυμβεί αυτό που αγαπήθηκε ήδη.

Και σε αυτο το σημείο ο Κούντερα λέει κάτι ίσως σκληρό. Η σχέση μας με τα ζώα αποκαλύπτει το «σκάνδαλο» της ανθρώπινης αγάπης. Ότι σχεδόν ποτέ δεν είναι απαλλαγμένη από εξουσία. Ο Τομάς κυριαρχεί, η Τερέζα υποφέρει και αντιστέκεται, ο έρωτάς τους γίνεται συχνά ένας πόλεμος θέσεων.


Ο Καρένιν αντίθετα δεν πολεμά. Δεν ερμηνεύει. Δεν διεκδικεί με ανθρώπινους όρους. Παραμένει.


Όταν ο Καρένιν πεθαίνει από καρκίνο στο τέλος του μυθιστορήματος, κάτι ραγίζει που δεν μπορεί να επισκευαστεί. Γιατί πεθαίνει η μοναδική σχέση στο βιβλίο που δεν έχει εξουσία. Η μοναδική σχέση που δεν ήθελε τίποτα. Και ο Κούντερα περιγράφει αυτόν τον θάνατο με μια λεπτομέρεια, μια τρυφερότητα, μια αργή βαρύτητα που δεν δίνει σε κανέναν από τους ανθρώπινους χαρακτήρες...σαν να ξέρει ότι εδώ, στον θάνατο ενός σκύλου, κρύβεται η πιο αβάσταχτη αλήθεια ολόκληρου του βιβλίου.


VIII

Ο σκύλος μας μαθαίνει κάτι που η σύγχρονη ζωή κάνει ό,τι μπορεί για να εξαφανίσει. Τον θάνατο ως παρουσία.


Πεθαίνουμε σε νοσοκομεία, πίσω από κουρτίνες. Ο θάνατος γίνεται αναισθητοποιημένος, τεχνικοποιημένος, αποστειρωμένος. Ένας σκύλος, όμως, συχνά πεθαίνει σπίτι, μπροστά μας, με τα μάτια ανοιχτά. Δεν κρύβεται. Δεν υποκρίνεται. Δεν χρειάζεται να μεταφράσει αυτό που του συμβαίνει σε αφήγηση, σε μάχη, σε νίκη ή ήττα.


Η σιωπή του αρκεί.


Και αυτό είναι ακριβώς που μας τρομάζει. Γιατί στον θάνατο χωρίς αφήγηση δεν υπάρχει παρηγοριά, ηρωισμός ή κληρονομιά. Υπάρχει μόνο η ωμή πραγματικότητα ενός σώματος που σβήνει και μιας σχέσης που δεν μπορεί να αντικατασταθεί, επειδή δεν υπήρξε ποτέ ανταλλαγή. Υπήρξε παρουσία. Και η παρουσία, σε αντίθεση με τη γλώσσα, δεν αρχειοθετείται.


Τη στιγμή εκείνη δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα στα δύο σώματα. Ούτε γλώσσα, ούτε ρόλοι, ούτε ιδιοκτήτης και κατοικίδιο. Υπάρχουν δύο υπάρξεις. Η μία φεύγει και η άλλη κοιτά. Και η απόσταση ανάμεσά τους είναι η ίδια η αλήθεια της ύπαρξης, ότι κάποτε ήμασταν μαζί και τώρα δεν θα είμαστε. Χωρίς μεταφυσική, χωρίς μεταθανάτια, χωρίς αφήγηση. Μόνο αυτό.


IX

Η Haraway λέει κάτι που μοιάζει απλό και είναι συντριπτικό. Τα σκυλιά δεν είναι εδώ για να σκεφτόμαστε μέσα από αυτά. Είναι εδώ για να ζούμε μαζί τους.

Αυτή η διάκριση αλλάζει τα πάντα. Γιατί η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, ακόμη και αυτό το κείμενο, χρησιμοποιεί τα σκυλιά. Τα μετατρέπει σε σύμβολα, σε αφηγηματικά εργαλεία, σε καθρέφτες ανθρώπινης υποκειμενικής αλήθειας. Η Haraway λέει σταμάτα. Ο σκύλος δεν είναι μεταφορά. Δεν είναι σύμβολο. Δεν είναι υποκατάστατο.


Είναι ένα σώμα, μια ύπαρξη, ένα πλάσμα που ζει δίπλα σου στον ίδιο κόσμο και η σχέση αυτή δεν τελειώνει ποτέ, γιατί δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Ο δεσμός ανάμεσα σε δύο είδη δεν κλείνει σαν πρόταση. Μένει ανοιχτός, ατελής, ζωντανός, ακόμα κι όταν το ένα σώμα φεύγει.


Αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο μάθημα. Γιατί η σχέση συνεχίζει χωρίς τον άλλον. Ότι ο δεσμός δεν κόβεται με τον θάνατο, αλλά αλλάζει μορφή. Γίνεται κενό, γίνεται ήχος που λείπει, γίνεται μυρωδιά στο μαξιλάρι. Η Χάραγουεϊ θα έλεγε:


Η σχέση είναι η μικρότερη δυνατή μονάδα ανάλυσης. Και αν η σχέση δεν τελειώνει, τότε ούτε η απώλεια τελειώνει. Ούτε η αγάπη.



X

Η Τζούρα δεν διάβασε ποτέ Ντερριντά (προφανώς). Δεν ήξερε τίποτα για τον Άργο, τον Μπόμπι, τον Ντικ, τον Καρένιν και τόσους άλλους. Δεν ήξερε ότι ανήκε σε μια μεγάλη ιστορία πλασμάτων που μας συνόδευσαν χωρίς να ερωτηθούν και μας έμαθαν πράγματα χωρίς να ξέρουν ότι μας τα έμαθαν.


Δεκαέξι χρόνια. Αρκετά για να μεγαλώσει ένα παιδί, να αλλάξει μια πόλη, να πέσουν και να σηκωθούν κυβερνήσεις, να περάσουν πανδημίες, πόλεμοι, νέοι φόβοι, νέοι φασισμοί, όλα όσα έκαναν τον κόσμο να μοιάζει διαρκώς ρευστός και ακραίος. Και μέσα σε όλα αυτά, η Τζούρα ήταν εκεί. Στις χαρές και στις πιο μεγάλες, βαθιές ήττες της ζωής (τότε που έφυγε η μητέρα μου), εκείνη ήταν εκεί. Χωρίς γνώμη, χωρίς κρίση, χωρίς απαίτηση. Με τον τρόπο που μόνο ένας σκύλος μπορεί. Ολόκληρη, αδιαμεσολάβητη, ζεστή.


Τώρα έφυγε. Κι αυτό που άφησε δεν είναι μόνο αναμνήσεις. Οι αναμνήσεις είναι πολύτιμες· είναι ο τρόπος μας να κρατάμε κάτι από εκείνο που χάθηκε. Αλλά πριν έρθουν οι αναμνήσεις, πριν αρχίσουμε να λέμε ιστορίες για όσα ζήσαμε μαζί της, υπάρχει κάτι πιο απλό και πιο βαρύ. Η απουσία της μέσα στο σπίτι. Εκείνο που άφησε, πριν από κάθε αφήγηση, είναι ένα κενό. Η άδεια γωνιά της κουζίνας. Ο ήχος των νυχιών στο πάτωμα που σταμάτησε. Το πιατάκι της ακόμη με νερό. Η αίσθηση ενός σώματος δίπλα στο δικό σου τη νύχτα που δεν υπάρχει πια.


Αυτό το κενό δεν γεμίζει. Δεν αντικαθίσταται. Δεν θεραπεύεται με την έννοια που θεραπεύεται ένα τραύμα για να κλείσει. Και αυτό ακριβώς είναι που μας μαθαίνουν τα σκυλιά μας, και ίσως όλα τα πλάσματα που αγαπήσαμε χωρίς να μοιραζόμαστε μαζί τους την ίδια γλώσσα. Ότι ορισμένες σχέσεις δεν είναι ανταλλάξιμες. Ότι η αγάπη χωρίς γλώσσα αφήνει πληγή χωρίς γλώσσα. Και ότι ίσως αυτό να είναι το αληθινό μέτρο των πραγμάτων.


Ίσως, τελικά, τα σκυλιά και μαζί τους όλα τα ζώα που έζησαν πλάι μας χωρίς να μοιράζονται τη γλώσσα μας να μη μας μαθαίνουν μόνο πώς να ζούμε.


Ίσως να μας μαθαίνουν και πώς να χάνουμε.


Όχι χωρίς πόνο. Όχι χωρίς μνήμη. Όχι χωρίς την ανάγκη να πούμε ξανά και ξανά το όνομά τους. Αλλά με την αξιοπρέπεια εκείνου που έμεινε δίπλα σε κάτι μέχρι το τέλος,


χωρίς να ρωτήσει γιατί.


Η σχέση δεν τελειώνει.


Αλλάζει μορφή.



Μάης 2026

Β.Γ



Σημειώσεις / Βιβλιογραφικές αναφορές


[1] Οι στίχοι της επιγραφής προέρχονται από το τραγούδι «Των άστρων ο σκύλος» του Θανάση Παπακωνσταντίνου, σε στίχους Νίκου Καρούζου και μουσική Θανάση Παπακωνσταντίνου από το δίσκο Βροχή από Κάτω. Το τραγούδι βασίζεται στο ποίημα «Σύντομον» του Νίκου Καρούζου, από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων, 1962.


[2] Η παρούσα εργασία αντλεί το θεωρητικό της πλαίσιο και την έμπνευσή της από το έργο του Eduardo Mendieta, The Philosophical Animal: On Zoopoetics and Interspecies Cosmopolitanism (State University of New York Press, 2024), σε συνδυασμό με το κλασικό κείμενο της Donna J. Haraway, The Companion Species Manifesto: Dogs, People, and Significant Otherness (Prickly Paradigm Press, 2003). Ενώ ο Mendieta διαμορφώνει ένα πλαίσιο κοινής ανάγνωσης για τα ζώα, τη λογοτεχνία και την ηθική μέσω της ζωοποιητικής, η Haraway προσφέρει την απαραίτητη ορολογία για την προσέγγιση των συντροφικών ειδών και της σημαντικής ετερότητας. (Αν σας ενδιαφέρουν τα κείμενα στείλτε μου να σας τα στείλω)


[3] Για τον Ντερριντά και τη σκηνή με τη γάτα, από την διπλωματκή εργασία του Χρύσανθου Κωνσταντίνου, Η σκέψη του Ζακ Ντερριντά για τα ζώα, διπλωματική εργασία, ΕΚΠΑ, 2021, που βασίζεται μεταξυ των άλλων στο βλ. Jacques Derrida, The Animal That Therefore I Am, επιμ. Marie-Louise Mallet, μτφρ. David Wills, Fordham University Press, 2008.


[4] Για τον Άργο, από τον Όμηρο, από την Οδύσσεια. Για σύγχρονη φιλοσοφική ανάγνωση της σκηνής, βλ. Eduardo Mendieta, The Philosophical Animal, 2024. (Επίσης η Ραψωδία Ρ, σε ηχητικό επεισόδιο)


[5] Για τον Μπόμπι του Λεβινάς, βλ. Εμμάνουελ Λεβινάς βλ. Eduardo Mendieta, The Philosophical Animal, 2024 . Χρήσιμη είναι και εδώ η συζήτηση του Mendieta, ο οποίος συνδέει τον Άργο και τον Μπόμπι και αναδεικνύει τη σημασία αυτής της εμπειρίας για τα όρια της ανθρωποκεντρικής ηθικής.


[6] Για τον Ντικ, βλ. Γιάννης Ρίτσος, Καντάτα για τη Μακρόνησο, σε μελοποίηση Θάνου Μικρούτσικου. Ο Ντικ αναφέρεται ως ο σκύλος των εξόριστων του Μούδρου στη Λήμνο, που αγαπούσε τους εξόριστους και σκοτώθηκε από χωροφύλακες.


[7] Για τη Haraway, βλ. Donna J. Haraway, The Companion Species Manifesto: Dogs, People, and Significant Otherness, Prickly Paradigm Press, Chicago, 2003. Το βιβλίο αποτελεί τη βασική αναφορά για τις έννοιες της ετερότητας, της συνεξέλιξης και της συνδιαμόρφωσης ανθρώπων και σκύλων.


[8] Για τον Σεπούλβεδα, βλ. Λουίς Σεπούλβεδα, Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις Όπερα, 2016.


[9] Για τον Κούντερα, βλ. Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι, μτφρ. από τα γαλλικά Κατερίνα Δασκαλάκη, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα, Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007.

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page