top of page

Ουδείς αναντικατάστατος (?): «Φορεμένοι» Ρόλοι και η πολιτική της κυκλοφορίας σε κινηματικές συλλογικότητες

  • 8 Φεβ
  • διαβάστηκε 23 λεπτά

I.

Ας ξεκινήσουμε πάλι από ένα φιλμ — όπως κάναμε και σε προηγούμενο κείμενο αυτής της σειράς, τον «Πετεινό του San Michele». Το 1967, ένα χρόνο πριν οι φοιτητές του Παρισιού βγουν στους δρόμους και ο Μάης του '68 γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, ο Jean-Luc Godard γύρισε μια ταινία για πέντε νέους που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί σε ένα διαμέρισμα και να σχηματίσουν μια μαοϊκή ομάδα. Την ονόμασε La Chinoise — «Η Κινέζα» (δείτε/ξαναθυμηθείτε εδώ το trailer, είναι ωραίο).


Το διαμέρισμα ανήκει στους αστούς γονείς της Βερονίκ, φοιτήτριας φιλοσοφίας στο Nanterre, στο πανεπιστημιακό προάστιο όπου λίγους μήνες αργότερα θα ανάψει το φιτίλι των γεγονότων. Οι πέντε νέοι περνούν το καλοκαίρι τους διαβάζοντας μαρξιστικά κείμενα, κάνοντας διαλέξεις ο ένας στον άλλο, συζητώντας πώς θα εφαρμόσουν την επανάσταση. Τα πρωινά κάνουν γυμναστική φωνάζοντας μαοϊκά συνθήματα. Τα βράδια συζητούν για επαναστατική κουλτούρα πίνοντας τσάι από πορσελάνινα φλιτζάνια.


Ο Colin MacCabe —βιογράφος του Godard — έχει σημειώσει ότι η ταινία λειτουργεί ως μια ελεύθερη συνομιλία με τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι: μια παρέα που ζει μέσα σε ιδέες που αρχίζουν να αναζητούν την πράξη. Ένας από τους χαρακτήρες, ο Κιρίλοφ, παίρνει το όνομά του κατευθείαν από το μυθιστόρημα·  και όπως ο λογοτεχνικός του πρόγονος, καταλήγει να αυτοκτονεί.


Η ταινία πραγματεύεται το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη — τι συμβαίνει όταν οι ιδέες αρχίζουν να απαιτούν εφαρμογή, όταν η ανάγνωση δεν αρκεί πια και πρέπει να διαλέξεις πώς ακριβώς θα περάσεις στη δράση.


Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι κάτι άλλο: Τον τρόπο που η ταινία δείχνει μια ομάδα να μοιράζει ρόλους. Οι χαρακτήρες του Godard δεν είναι άνθρωποι για να τους αγαπήσεις ή να τους μισήσεις — είναι φορείς στάσεων. Η Βερονίκ είναι η έλξη της «καθαρής γραμμής»: η ανάγκη να βρεθεί μια σωστή θεωρία και να εφαρμοστεί χωρίς συμβιβασμούς. Ο Γκιγιώμ, ηθοποιός, είναι η πολιτική ως παράσταση — η ματαιοδοξία που μπλέκει με την πίστη. Ο Ανρί είναι ο «αναθεωρητής» που τελικά διώχνεται από την ομάδα επειδή διαφωνεί με τη γραμμή. Ο Κιρίλοφ είναι ο καλλιτέχνης που δεν βρίσκει θέση για την τέχνη μέσα στην επανάσταση.


Και η Ιβόν;


Η Ιβόν είναι η αγρότισσα, η μόνη με προλεταριακή καταγωγή. Και ενώ οι άλλοι θεωρητικολογούν, η Ιβόν φέρνει τσάι, καθαρίζει τα παράθυρα, γυαλίζει τα παπούτσια τους. Στις διαλέξεις κάθεται στο βάθος και κάνει δουλειές. Δυσκολεύεται να καταλάβει τη θεωρία περισσότερο από τους άλλους — αλλά κανείς δεν σταματά να της εξηγήσει. Για μια ομάδα που διακηρύσσει το μαοϊκό σύνθημα ότι «οι γυναίκες κρατούν τον μισό ουρανό», η ειρωνεία είναι προφανής: η Ιβόν λειτουργεί ως υπηρέτρια της επανάστασης.

Αυτό το κείμενο ξεκινά από εκεί: από την Ιβόν που φέρνει τσάι. Και ρωτά: γιατί οι συλλογικότητες παράγουν ρόλους που παγιώνονται σαν να είναι φυσικοί χαρακτήρες; Και πώς θα μπορούσαν να μην το κάνουν;


II.

Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις άτυπες μορφές «ηγεσίας» — το κλασικό ερώτημα για το ποιος αποφασίζει (ίσως καταπιαστούμε με αυτό, σε επόμενο κείμενο). Θα σταθούμε σε κάτι πιο διάχυτο: στο πώς, μέσα σε κάθε συλλογικότητα, σχηματίζονται ρόλοι που με τον καιρό παγιώνονται.


Ο διαμεσολαβητής. Αυτός που «κρατάει το όραμα». Ο τεχνικός. Ο φροντιστής. Ο γκρινιάρης. Ο πιστός. Ο σκεπτικιστής. Αυτός που μιλάει πρώτος στη συνέλευση και αυτός που δεν μιλάει ποτέ.


Όσοι έχουν περάσει χρόνο σε οριζόντιες συλλογικότητες ξέρουν ότι αυτοί οι ρόλοι αναδύονται σχεδόν αυτόματα. Κανείς δεν τους μοιράζει επίσημα. Απλώς, κάποια στιγμή, ο τάδε είναι «αυτός που ξέρει», η τάδε είναι «αυτή που κρατάει το κλίμα», ο τάδε είναι «αυτός που θυμάται τι αποφασίσαμε» και πάει λέγοντας. Σαν να υπάρχει μια χορογραφία που μοιράζει θέσεις, χωρίς κανείς να την έχει σχεδιάσει.


Το «ουδείς αναντικατάστατος» είναι μια φράση που αναδύεται συχνά σε ενδοκινηματικές συζητήσεις, περισσότερο ως επιθυμία ή αρχή. Αλλά στην πράξη, οι συλλογικότητες παράγουν μόνες τους αναντικατάστατους. Και όταν αυτοί φεύγουν — από κούραση, από αλλαγή ζωής, από σύγκρουση — η ομάδα ανακαλύπτει ξαφνικά ότι κάτι λείπει: μια γνώση, μια σύνδεση, ένας τρόπος να γίνεται το «αυτονόητο».


Προσωπικά βλέπω το «ουδείς αναντικατάστατος» ως στόχο. Να οργανωνόμαστε έτσι ώστε οι ρόλοι να κυκλοφορούν αντί να κολλάνε πάνω σε άτομα. Γιατί όταν κολλάνε, η ομάδα γίνεται εύθραυστη και άδικη: κάποιοι «καίγονται», κάποιοι βολεύονται, κάποιοι έτσι πιστεύουν ότι γίνονται τα πράγματα και το «εμείς» αρχίζει να μοιάζει με μια άτυπη κατανομή εργασία·  απαραίτητη για να συνεχίζεται ο αγώνας, αλλά χωρίς αναγνώριση, χωρίς προστασία, χωρίς εναλλαγή.


III.


Αν η φράση «ουδείς αναντικατάστατος» έχει πρακτικό περιεχόμενο, τότε προϋποθέτει, πρώτα απ’ όλα, μια πολιτική της κυκλοφορίας: τη δημιουργία συνθηκών ώστε όσα συνήθως μένουν «κολλημένα» σε πρόσωπα να μπορούν να κινούνται, να μοιράζονται, να περνούν από χέρι σε χέρι.


Και η πρώτη ύλη αυτής της κυκλοφορίας είναι η γνώση.

Θυμάμαι έναν σύντροφο σε μια συλλογικότητα που συμμετείχα. Ήταν αυτός που ήξερε «τα πάντα» κυρίως με την έννοια της πληροφορίας. Τα ήξερε επειδή τα κρατούσε: αρχείο, τηλέφωνα, επαφές, την ιστορία της ομάδας, το τι είχαμε αποφασίσει πριν δύο χρόνια και γιατί. Όταν κάποιο άτομο είχε ερώτηση, σχεδόν πάντα σε αυτόν κατέληγε.


Κάποια στιγμή έσπασε το πόδι του. Τίποτα σοβαρό, αλλά για δύο εβδομάδες δεν ερχόταν στις συνελεύσεις. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την αμηχανία που επικρατούσε τις πρώτες φορές: ξαφνικά ψάχναμε στο σκοτάδι. Ποιος θυμόταν τι είχαμε πει για το ένα ή για το άλλο θέμα;


Θυμάμαι όμως και κάτι άλλο, που σχετίζεται με τον ρόλο που είχε αποκτήσει: ένιωσα, μαζί με την αμηχανία, και μια μικρή ανάσα. Η απουσία του άνοιξε χώρο. Μπορούσες να προτείνεις κάτι χωρίς να περιμένεις, ασυνείδητα, την επιβεβαίωση ή τη διόρθωση του ανθρώπου που «ξέρει». Εκεί αισθάνθηκα κάτι απλό: η γνώση, όταν συγκεντρώνεται, δεν λειτουργεί μόνο ως εργαλείο. Λειτουργεί και ως κέντρο βάρους. Ακόμη κι όταν κανείς δεν το επιδιώκει.


Η Sarah J. Lockwood, πολιτική επιστήμονας που μελέτησε τη δυναμική της κινητοποίησης στη Νότια Αφρική, χρησιμοποίησε τον όρο «μεσίτες διαμαρτυρίας» (protest brokers) — για ανθρώπους που συνδέουν τα κομμάτια: ξέρουν ποιον δικηγόρο θα καλέσεις, ποια ομάδα έχει εξοπλισμό, ποιος δημοσιογράφος θα καταλάβει τι συμβαίνει χωρίς να το παραμορφώσει. Με άλλα λόγια: κρατούν ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας. Και αυτή η σύνδεση δεν είναι δευτερεύουσα· είναι όρος ύπαρξης της συλλογικότητας ως συλλογικότητας. Χωρίς γέφυρες, οι ομάδες γίνονται νησίδες.

Από εκεί προκύπτει και η αμφισημία του αναντικατάστατου. Δεν είναι πάντα προϊόν φιλοδοξίας — ότι δηλαδή κάποιοι θέλουν να γίνουν απαραίτητοι (μπορεί να υπάρχει βέβαια και μία διάσταση ματαιοδοξίας). Συχνά όμως είναι προϊόν λειτουργίας. Όταν η γνώση, οι επαφές και η μνήμη δεν έχουν μορφή κοινής υποδομής, τότε κατοικούν σε ανθρώπους. Και έτσι η λειτουργία δημιουργεί αναγκαστικά απαραίτητους.


IV.

Η δεύτερη διάσταση είναι το κύρος — και η «φωνή» που το συνοδεύει.

Μια φίλη μου έλεγε πρόσφατα για τις περιβόητες συνελεύσεις στο Γκίνη — έναν χώρο που για χρόνια υπήρξε σημείο συνάντησης για μεγάλο κομμάτι του κινήματος. «Πολλοί μιλούσανε», είπε. «Το θέμα όμως ήταν ποιοι μιλούσαν. Ήθελε τόσο μεγάλο θάρρος για να μιλήσεις. Δεν έπρεπε μόνο να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, έπρεπε να ξεπεράσεις αυτούς που είχαν γίνει το μέτρο του τι σημαίνει να μιλάς».


Αυτό το «να ξεπεράσεις κάποιον» περιγράφει μια ατμόσφαιρα. Τη βαρύτητα που αποκτούν, μέσα σε οριζόντιες διαδικασίες, ορισμένα πρόσωπα — επειδή, με τον καιρό, έγιναν οι φορείς του ορθού τόνου. Με άλλα λόγια: έγιναν ρόλος. Και σαν κάθε ρόλος που δεν ονομάζεται, αυτός κόλλησε πάνω τους. Και όσο πιο πολύ κολλούσε, τόσο πιο δύσκολο γινόταν για κάποιον άλλο να μιλήσει.


Σε πολλές συνελεύσεις μπορεί κανείς να προβλέψει,  με σχεδόν άβολη ακρίβεια, ποιος θα μιλήσει πρώτος, ποιος θα μιλήσει τελευταίος, ποιος θα μείνει σιωπηλός. Και δεν είναι απλώς θέμα χαρακτήρα ή προσωπικότητας. Έχει να κάνει με το πώς λειτουργεί ο χώρος, με το ποιος έχει χρόνο να είναι εκεί κάθε φορά, ποιος έχει μάθει να μιλάει «έγκυρα», ποιος ξέρει την ιστορία, ποιος έχει συμμάχους στο δωμάτιο. Έχει να κάνει με φύλο και ηλικία, με τάξη και γλώσσα, με το ποιος αντέχει να σηκώνει συνεχώς το βλέμμα όλων. Το κύρος είναι ο τρόπος που όλες αυτές οι συνθήκες μεταφράζονται σε κάτι πολύ (πολύ) απλό: σε φωνή.


Στις σύγχρονες μελέτες για τα κοινωνικά κινήματα, αυτό έχει αρχίσει να λέγεται πιο καθαρά. Η Silke Roth — Γερμανίδα κοινωνιολόγος — έχει δείξει σε μια σειρά μελετών (2018, 2021) ότι κάθε κίνημα διαμορφώνεται από πολλαπλούς άξονες προνομίου και διάκρισης. Αυτοί οι άξονες καθορίζουν ποιος συμμετέχει και πώς, ποια αιτήματα προωθούνται και ποια παραμερίζονται, ποιος ακούγεται και ποιος μένει στο περιθώριο. Η οριζόντια δομή, από μόνη της, δεν ακυρώνει αυτές τις ανισότητες — τις μετακινεί στο επίπεδο της καθημερινής πολιτικής. Στο ποιος παίρνει τον λόγο, ποιος συντονίζει, ποιος «κλείνει» τη συζήτηση.


Εδώ συνδέεται το ζήτημα του κύρους με το πρόβλημα του αναντικατάστατου. Όσο μια ομάδα διαρκεί στον χρόνο, ορισμένα άτομα συσσωρεύουν άτυπη επιρροή — γνώση της ιστορίας, δίκτυα σχέσεων, την ικανότητα να «συνοψίζουν» τι αποφασίστηκε και πολλά άλλα. Αυτή η συσσώρευση συμβαίνει επειδή κάποιοι είναι εκεί περισσότερο, έχουν ή έχουν «γράψει»  περισσότερο χρόνο, μιλούν πιο «σωστά». Και έτσι, χωρίς κανείς να το σχεδιάσει, αυτοί γίνονται οι μόνοι που «ξέρουν πώς γίνονται (((σωστά)))  τα πράγματα» — γίνονται αναντικατάστατοι στον ρόλο του φορέα κύρους.


V.

Η τρίτη διάσταση είναι η ευθύνη.


«Αν δεν το κάνω εγώ, δεν θα γίνει.» Πόσες φορές το έχεις σκεφτεί; Πόσες φορές ήταν αλήθεια — και πόσες φορές ήταν αλήθεια επειδή κανείς άλλος δεν είχε μάθει να το κάνει;


Η ευθύνη κολλάει πάνω σε πρόσωπα με έναν σχεδόν αόρατο τρόπο. Κάποιος αναλαμβάνει κάτι — «προσωρινά», λέει. Το κάνει καλά. Οι άλλοι αποσύρονται. Μετά τον έχουν ανάγκη. Και ο κύκλος κλείνει: αυτός που ανέλαβε «προσωρινά» γίνεται αυτός που αναλαμβάνει σχεδόν πάντα. Ο ρόλος έχει κολλήσει πάνω του. Και τώρα είναι αναντικατάστατος — επειδή η ευθύνη ποτέ δεν μοιράστηκε, επειδή κανείς άλλος δεν «έμαθε» στο ίδιο επίπεδο.


Δεν θα ξεχάσω ένα κείμενο απολογισμού που είχα διαβάσει κάποτε — κάποιος που έφευγε από μια συλλογικότητα. Στην επιφάνεια ήταν πολιτική διαφωνία: «δεν συμφωνώ με την κατεύθυνση». Αλλά αν διάβαζες πιο προσεκτικά, πίσω από τις λέξεις κρυβόταν και κάτι άλλο. Η κούραση, η γκρίνια, το αίσθημα ότι τα σηκώνεις μόνος σου και κανείς δεν το βλέπει. Αυτό είναι το πρόβλημα με τον ρόλο που κολλάει: όσο περισσότερο κολλάει, τόσο πιο αόρατος γίνεται. Ο ρόλος γίνεται χαρακτηριστικό σου — παίρνεις τα χαρακτηριστικά της ευθύνης σαν να ήταν προσωπικά γνωρίσματα. Και όταν αυτό συμβεί, η ευθύνη παύει να αναγνωρίζεται ως ευθύνη: «έτσι είναι απλά ο τάδε», λέμε. Όταν η αναγνώριση εξαφανίζεται, η κούραση μετατρέπεται σε πικρία. Και η πικρία, κάποια στιγμή, σε αποχώρηση.


Ο Walter Benjamin — στο δοκίμιο Ο Συγγραφέας ως Παραγωγός, που έγραψε το 1934 ως ομιλία στο Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Φασισμού στο Παρίσι — είχε διατυπώσει κάτι που αγγίζει με έναν τρόπο αυτό ακριβώς το ζήτημα. Μιλούσε για τον ρόλο του διανοούμενου στην ταξική πάλη, και έγραψε: «Όσο περισσότερο με ακρίβεια γνωρίζει κάποιος τη θέση του στη διαδικασία παραγωγής, τόσο λιγότερο θα μπει στον πειρασμό να θεωρεί τον εαυτό του "διανοούμενο".»


Η φράση κρύβει μια ριζοσπαστική ιδέα: ο «διανοούμενος» — με εισαγωγικά — είναι αυτός που φαντάζεται ότι η αξία του βρίσκεται στο πρόσωπό του, στη μοναδικότητά του, σε κάτι που μόνο εκείνος κατέχει. Ο παραγωγός, αντίθετα, ξέρει ότι η αξία του βρίσκεται στη λειτουργία που επιτελεί — και ότι αυτή η λειτουργία μπορεί να μεταδοθεί, να διδαχθεί, να μοιραστεί.


Ο Benjamin κριτικάρει τον αριστερό διανοούμενο που βιώνει την αλληλεγγύη με το προλεταριάτο «ιδεολογικά» και όχι «ως παραγωγός»: εκείνον που ταυτίζεται με τον αγώνα στο επίπεδο των ιδεών, χωρίς να εξετάζει τη δική του θέση μέσα στην υλική διαδικασία. Δηλαδή χωρίς να αναρωτιέται τι ακριβώς παράγει, με ποια μέσα, για ποιον, και με ποιους όρους — και, κυρίως, αν αυτό που κάνει μπορεί να γίνει συλλογική ικανότητα: να το μάθουν κι άλλοι, να το συνεχίσουν, να μη χρειάζεται πάντα ο ίδιος.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την ευθύνη στις συλλογικότητες: όταν η ευθύνη κολλάει στο πρόσωπο αντί στη λειτουργία, αυτός που την αναλαμβάνει γίνεται «ο διανοούμενος» του Benjamin — αναντικατάστατος, μοναδικός, απαραίτητος. Αντί η ευθύνη να είναι λειτουργία που εναλλάσσεται, γίνεται ιδιότητα που ανήκει σε κάποιον.


VI.

Η τέταρτη διάσταση είναι ίσως η πιο αόρατη: η φροντίδα.


Ας γυρίσουμε στην Ιβόν της La Chinoise. Ενώ οι άλλοι συζητούν για την επανάσταση, εκείνη φέρνει τσάι. Ενώ οι άλλοι κάνουν διαλέξεις, εκείνη καθαρίζει. Η ειρωνεία είναι προφανής: μια ομάδα που μιλά για αλληλεγγύη με την εργατική τάξη δεν μπορεί να συνδεθεί με τη δική της εργάτρια συγκάτοικο.


H Ιβόν, είναι μια μορφή που την έχουμε όλοι συναντήσει. Σε κάθε συλλογικότητα υπάρχει κάποιος που «κρατάει το κλίμα»: που αισθάνεται πότε η ένταση είναι έτοιμη να εκραγεί και λέει κάτι για να σπάσει, που θυμάται να ρωτήσει «είσαι καλά;», που μετά από μια δύσκολη δράση ή μια σκληρή συζήτηση κάθεται και ακούει όσους χρειάζονται να μιλήσουν. Και υπάρχει κάποιος — συνήθως κάποια — που φέρνει τα κουλουράκια ή τα crackers στη μεγάλη συνέλευση. Μικρό πράγμα, θα πεις. Αλλά δοκίμασε να κάνεις συνέλευση πέντε ώρες χωρίς κανείς να έχει σκεφτεί ότι ο κόσμος πεινάει.


Η Arlie Russell Hochschild — κοινωνιολόγος — έδωσε ένα όνομα σε αυτή τη δουλειά: τη λέει συναισθηματική εργασία. Στο βιβλίο της The Managed Heart (1983), περιγράφει πώς ορισμένες δουλειές απαιτούν όχι μόνο σωματική ή διανοητική προσπάθεια, αλλά και διαχείριση συναισθημάτων: να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένος, να δείχνεις ήρεμος όταν είσαι θυμωμένος, να φροντίζεις την ψυχική κατάσταση των άλλων. Η Hochschild μελέτησε αεροσυνοδούς και εισπράκτορες — αλλά η έννοια πάει πολύ πέρα από τον μισθωτό κόσμο. Και ανέδειξε κάτι βασικό: αυτή η εργασία κατανέμεται άνισα. Περίπου το ένα τρίτο των εργαζομένων την εκτελεί — αλλά στις γυναίκες το ποσοστό φτάνει περίπου το μισό.


Ο όρος της «συναισθηματικής εργασίας» μπορεί να φαίνεται «απλωμένος» — όσο τον χρησιμοποιούμε για περισσότερα πράγματα, τόσο χάνει λίγη από την ακρίβειά του. Αυτό όμως δείχνει και τη δύναμή του: μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε, γιατί τον έχουμε ζήσει ή τον έχουμε δει να συμβαίνει. Στις συλλογικότητες, αυτή η συναισθηματική εργασία εμφανίζεται συχνά ως φροντίδα. Και για να καταλάβουμε πότε μοιράζεται και πότε «κολλάει», χρειάζεται μια διάκριση που συχνά παραβλέπεται.

Υπάρχει η φροντίδα ως πράξη: κάτι που κάνεις για κάποιον, μια φορά ή πολλές. Και υπάρχει η φροντίδα ως θέση: κάτι που «είσαι» μέσα στην ομάδα — ένας ρόλος που σου ανατίθεται ή που σιωπηρά αναλαμβάνεις. Η διαφορά είναι κρίσιμη. Όταν η φροντίδα είναι πράξη, μπορεί να είναι αμοιβαία, σαν δώρο: σήμερα σε φροντίζω εγώ, αύριο μπορεί να με φροντίσεις εσύ. Όταν γίνεται θέση, παγιώνεται: εσύ είσαι αυτός/αυτή που φροντίζει, οι άλλοι είναι αυτοί που φροντίζονται. Και τότε η φροντίδα παύει να είναι σχέση — γίνεται ρόλος. Ένας ρόλος που, όπως είδαμε, κολλάει.


Η Silvia Federici — φεμινίστρια θεωρητικός που δούλεψε για δεκαετίες πάνω στην αόρατη εργασία των γυναικών στο σπίτι — έχει μια φράση που περιγράφει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: «εκεί που αυτοί το λένε αγάπη, εμείς το λέμε απλήρωτη εργασία». Η φράση συνδέεται με το σύνθημα και το πνεύμα της καμπάνιας Wages for Housework της δεκαετίας του ’70: μιας πολιτικής προσπάθειας να αναγνωριστεί ότι η οικιακή εργασία και η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής (φροντίδα, καθάρισμα, μαγείρεμα, συναισθηματική στήριξη) δεν είναι «φυσική» γυναικεία κλίση, αλλά εργασία που συντηρεί την «κανονική» εργασία.


Εδώ βρίσκεται η πρώτη πολυπλοκότητα: η φροντίδα δεν είναι μόνο αόρατη — είναι συστηματικά αποκλεισμένη από τον ορισμό της «πραγματικής δουλειάς». Σε μια συλλογικότητα, «πραγματική δουλειά» θεωρείται η οργάνωση της δράσης, η σύνταξη του κειμένου, η διαχείριση των επαφών. Αυτές οι δουλειές συζητιούνται, αναθέτονται, αναγνωρίζονται. Η φροντίδα όμως — στο να ακούσεις κάποιον που πέρασε δύσκολα, στο να σπάσεις τον πάγο, να μαλακώσεις μια σύγκρουση— δεν καταγράφεται πουθενά. Είναι, θα λέγαμε, η αόρατη υποδομή που κρατάει το κίνημα όρθιο — εξίσου απαραίτητη με την περιφρούρηση στον δρόμο.


Η δεύτερη πολυπλοκότητα αφορά το φύλο. Η συναισθηματική εργασία δεν είναι «φυσικά» γυναικεία — αλλά κοινωνικά κατανέμεται άνισα. Η Hochschild το έδειξε στον κόσμο της μισθωτής εργασίας· η Federici το ανέδειξε στο σπίτι· και σε κινηματικούς χώρους βλέπουμε αντίστοιχους μηχανισμούς.


Η Leslie Carmel Gauditz, μελετώντας το κίνημα No Borders, σημειώνει ότι πολλοί από τους «κανόνες συναισθήματος» στα κινήματα όπως οι άτυπες προσδοκίες για το πώς πρέπει να νιώθεις και να συμπεριφέρεσαι — είναι έμφυλοι. Με άλλα λόγια: δεν αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο η ίδια συμπεριφορά από όλους. Άλλοι αναμένεται να είναι «ψύχραιμοι», «ανθεκτικοί», να μη δείχνουν ανάγκη· και άλλοι/άλλες αναμένεται να είναι «διαθεσιμοι», να ακούν, να μαλακώνουν τη σύγκρουση, να “κρατούν” το κλίμα.


Η τρίτη πολυπλοκότητα είναι ίσως η πιο «σκοτεινή». Η φροντίδα, όταν παγιώνεται ως ρόλος, δεν είναι μόνο αόρατη και έμφυλη — γίνεται και μορφή εξουσίας. Αυτό μπορεί να φαίνεται αντιφατικό: πώς γίνεται η θέση του «ευαίσθητου και καλού», αυτού που φροντίζει τους άλλους, να είναι ταυτόχρονα θέση ισχύος; Αλλά σκέψου το: αυτός που φροντίζει ξέρει. Ξέρει ποιος περνάει δύσκολα, ξέρει ποιος τσακώθηκε με ποιον, ξέρει τις ανάγκες. Η φροντίδα δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης — και η εμπιστοσύνη είναι κεφάλαιο. Αυτός που φροντίζει γίνεται αναντικατάστατος, όχι επειδή κανείς άλλος δεν μπορεί να φέρει τσάι, αλλά επειδή κανείς άλλος δεν έχει τις σχέσεις που έχει χτίσει μέσα από τη φροντίδα.


Έτσι η φροντίδα παγιδεύεται σε μια διπλή κατάσταση: είναι αδύναμη (δεν αναγνωρίζεται, δεν αμείβεται, δεν εναλλάσσεται) και ταυτόχρονα ισχυρή (συσσωρεύει γνώση, χτίζει δεσμούς, δημιουργεί εξαρτήσεις). Και μέσα από αυτούς τους δεσμούς παράγει άτυπους συσχετισμούς στο εσωτερικό της συλλογικότητας: ποιον ακούμε, ποιον εμπιστευόμαστε, ποιανού η εκδοχή «μετράει» περισσότερο σε μια σύγκρουση, ποιος μπορεί να μαλακώσει μια απόφαση ή να σώσει κάποιον από τις συνέπειες.


Εδώ υπάρχει πράγματι «ζουμί». Όταν η φροντίδα γίνεται ρόλος, μπορεί να λειτουργήσει και σαν ασπίδα. Να καλύπτει συμπεριφορές που αλλιώς θα κρίνονταν- με το επιχείρημα ότι «είναι καλό άτομο», «έχει προσφέρει», «κρατάει την ομάδα» ή «δεν είναι καλά τον τελευταίο καιρό». Μπορεί ακόμη να παράγει μια άτυπη ιεραρχία όπου ο φροντιστής/η φροντίστρια γίνεται ο «μεσολαβητής» που όλοι χρειάζονται — κι έτσι ό,τι περνά από αυτόν/αυτήν αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Και σε περιπτώσεις κακής συμπεριφοράς, ακόμη και με έμφυλη διάσταση, αυτό το κεφάλαιο εμπιστοσύνης μπορεί να δυσκολεύει την αναγνώριση, να καθυστερεί την αντιμετώπιση, ή να μετατοπίζει τη συζήτηση από την ευθύνη στη συμπάθεια.


VII.

Η πέμπτη διάσταση δεν αφορά απλώς τον ρόλο σου στην ομάδα — αφορά το αν ο ρόλος αυτός σε «κλειδώνει» μέσα στο συλλογικό εμείς. Δηλαδή πώς «λογαριάζεται» κάποιος. Ποιος μετράει ως μέλος; Ποιος χωράει στην αφήγηση που λέει η ομάδα για τον εαυτό της; Ποιος είναι «μέσα» και με τι όρους;


Οι προηγούμενες διαστάσεις (γνώση, κύρος, ευθύνη, φροντίδα) περιγράφουν λειτουργίες: τι προσφέρει κάποιος στην ομάδα, τι αναλαμβάνει, τι του αναγνωρίζεται. Αλλά υπάρχει και μια άλλη διάσταση, πιο θεμελιώδης: η θέση στο συλλογικό «εμείς». Αφορά θέσεις ταυτότητας.


Οι μελετητές της συλλογικής ταυτότητας — από τον Alberto Melucci μέχρι τους Polletta και Jasper — περιγράφουν τα κινήματα ως χώρους όπου κατασκευάζεται ένα «εμείς»: μια κοινή αίσθηση ότι ανήκουμε σε κάτι, ότι μοιραζόμαστε κάτι, ότι αγωνιζόμαστε για κάτι μαζί. Αυτό το «εμείς» δεν είναι δεδομένο — χτίζεται μέσα από αλληλεπιδράσεις, αφηγήσεις, κοινές εμπειρίες. Και όπως κάθε κατασκευή, έχει όρια: ορίζει ποιος μπαίνει μέσα και ποιος μένει έξω, ποιος αναγνωρίζεται ως «ένας από εμάς» και ποιος όχι (αυτά τα αναλύσαμε λίγο πιο διεξοδικά σε αυτό το κείμενο).


Το πρόβλημα δεν είναι το ανήκειν καθαυτό. Το πρόβλημα είναι όταν παγιώνεται: όταν το «εμείς» παύει να είναι ένας ανοιχτός τρόπος σχέσης και γίνεται ένα σταθερό καθεστώς αναγνώρισης. Και όταν το ανήκειν παγιώνεται, συχνά παίρνει δύο αντίθετες, αλλά εξίσου δεσμευτικές, μορφές. Σε αυτόν που υπερ-ανήκει και σε αυτόν που παρά-ανήκει. Ο πρώτος ανήκει με όρους ορθότητας και ο δεύτερος ως το «μαύρο πρόβατο».

 

Ο πιστός είναι αυτός που υπερ-ανήκει.

Ο Albert Hirschman — στο κλασικό του βιβλίο Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση (1) (1970) — περιέγραψε την πίστη ως αυτό που καθυστερεί την αποχώρηση: ο πιστός δεν φεύγει αμέσως μόλις τα πράγματα δυσκολέψουν — περιμένει, ελπίζει, προσπαθεί να αλλάξει τα πράγματα από μέσα. Η πίστη, στο μοντέλο του Hirschman, είναι αυτό που επιτρέπει στη φωνή να παίξει τον ρόλο της πριν κάποιος εγκαταλείψει.

Αλλά η πίστη δεν είναι μόνο παραμονή στον χρόνο — είναι υπηρεσία στο όραμα. Ο πιστός είναι αυτός που κουβαλάει τη συνέχεια της ομάδας: είναι η μνήμη της, το σώμα που ήταν εκεί «από την αρχή», η απόδειξη ότι «ακόμα υπάρχουμε». Συχνά σε συλλογικότητες, η αφοσίωση λειτουργεί ως άτυπος μηχανισμός συνοχής. Όταν δεν υπάρχουν συλλογικοί κανόνες και διαδικασίες, αυτό που ρυθμίζει τη συμπεριφορά είναι οι άτυπες νόρμες. Και η πιο δυνατή νόρμα πολλές φορές είναι πόσο αφοσιωμένος είσαι.


Εδώ βρίσκεται η παγίδα. Η πίστη μπορεί να γίνει μέτρο. Μέτρο για τον πιστό (που δεν μπορεί να αποχωρήσει χωρίς να «προδώσει») και μέτρο για τους υπόλοιπους (που συγκρίνονται με την αφοσίωσή του). Η παρουσία του πιστού αποκτά συμβολική λειτουργία — γίνεται η ενσάρκωση του «εμείς». Και αυτή η συμβολική λειτουργία τον κάνει αναντικατάστατο.


Ο πιστός, με άλλα λόγια, γίνεται αναντικατάστατος στη διάσταση του ανήκειν — όπως ο κάτοχος της γνώσης γίνεται αναντικατάστατος στη διάσταση της γνώσης. Και το βάρος αυτής της μοναδικότητας πέφτει πάνω του.


Ο βοηθός της ήττας είναι το αντίθετο: είναι αυτός που ανήκει «ελλειμματικά».

Σε ένα προηγούμενο κείμενο είχα γράψει για αυτούς που παρα-ανήκουν σε συλλογικότητες, ξεκινώντας από το κείμενο Βοηθοί του Giorgio Agamben που αναφέρεται στα παράξενα πλάσματα στα μυθιστορήματα του Kafka: τους Gehilfen, που δεν βοηθούν, που δεν καταλαβαίνουν, που δεν έχουν χάρισμα, που προκαλούν μπελάδες — κι όμως μένουν εκεί, κολλημένοι πάνω στη ζωή μας σαν σκιά.


Ο βοηθός της ήττας είναι αυτός που το κίνημα δεν ξέρει τι να τον κάνει. Δεν «τραβάει», δεν ακολουθεί τη «γραμμή». Δεν είναι ότι δεν τον θέλεις — είναι ότι δεν ξέρεις πού να τον τοποθετήσεις. Δεν έχει θέση στο «εμείς». Είναι εκεί, αλλά δεν ανήκει — ή, πιο σωστά, το ανήκειν του δεν αναγνωρίζεται.


Η διαφορά με τον πιστό δεν περιορίζεται σε μία ηθική διάσταση— είναι δομική. Ο πιστός χωράει στην αφήγηση που λέει η ομάδα για τον εαυτό της: είναι ο «ήρωας» της συνέχειας, η απόδειξη της αντοχής. Ο βοηθός δεν χωράει: είναι το υπόλοιπο, αυτό που η ομάδα προτιμά να ξεχάσει. Ο πιστός κουβαλάει τη μνήμη του οράματος· ο βοηθός κουβαλάει τη μνήμη αυτών που πετάχτηκαν.


Και οι δύο ρόλοι —ο πιστός και ο βοηθός— δείχνουν κάτι για το ανήκειν όταν παγιώνεται. Και οι δύο λειτουργούν ως μέτρο: ο πιστός ως θετικό μέτρο (αυτό που «πρέπει» να είσαι για να ανήκεις) και ο βοηθός ως αρνητικό μέτρο (αυτό που «δεν πρέπει» να είσαι). Και οι δύο γίνονται αναντικατάστατοι επειδή εξυπηρετούν αυτή τη μετρητική λειτουργία μέσα στη συλλογικότητα. Η ομάδα χρειάζεται και τα δύο για να ορίσει το «εμείς»: το «πρότυπο» και το «αντι-πρότυπο», το μέσα και το έξω.


Όσο αυτοί οι ρόλοι παραμένουν κολλημένοι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, το ανήκειν παύει να είναι σχέση και γίνεται καθεστώς. Μετατρέπεται σε ένα σύστημα αναγνώρισης που κατανέμει αξία και φωνή, που επιβραβεύει την «υπερ-συμμόρφωση» και κρατά ως μόνιμες εξαιρέσεις όσους δεν χωράνε. Και τότε το «εμείς» δεν είναι αυτό που είμαστε αλλά είναι αυτό που μας επιτρέπεται να είμαστε.


VIII.

Ας συγκεντρώσουμε τώρα αυτά που είδαμε. Πέντε διαστάσεις, πέντε τρόποι που ένας ρόλος μπορεί να «κολλήσει» πάνω σε κάποιον: η γνώση που δεν μεταδίδεται, το κύρος που συσσωρεύεται, η ευθύνη που δεν εναλλάσσεται, η φροντίδα που δεν αναγνωρίζεται, το ανήκειν που παγιώνεται — είτε σε αυτόν που είναι «πάντα εκεί» είτε σε αυτόν που είναι «πάντα στο περιθώριο». Σε κάθε περίπτωση, το μοτίβο είναι το ίδιο: κάτι που θα μπορούσε να είναι λειτουργία — κάτι που κάνεις, που αναλαμβάνεις, που προσφέρεις, ακόμα και κάτι που σου συμβαίνει — μετατρέπεται σε ιδιότητα, σε κάτι που είσαι. Και όταν αυτό συμβεί, ο ρόλος κολλάει.


Τρεις διευκρινίσεις πριν προχωρήσουμε.


Πρώτον: οι πέντε διαστάσεις δεν είναι εξαντλητικές — υπάρχουν πολλοί άλλοι ρόλοι, και κανείς δεν «φοράει» μόνο έναν. Στη σύγχρονη ζωή, οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε είναι πολλαπλοί και επικαλυπτόμενοι.


Δεύτερον: το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν ρόλοι — οι ρόλοι είναι αναπόφευκτοι. Και πίσω από τη «βιτρίνα» του ρόλου υπάρχουν συνθήκες που τους δημιουργούν: διαθέσιμος χρόνος, πρόσβαση σε γνώση, ταξικές και έμφυλες ανισότητες. Αλλά υπάρχει κι άλλη μια διάσταση που πρέπει να αναγνωρίσουμε: οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν αυτούς τους ρόλους και βρίσκουν σε αυτούς νόημα. Ο «φροντιστής» μπορεί να αισθάνεται ότι κάνει κάτι που έχει αξία — ότι η φροντίδα είναι ο τρόπος του να συνεισφέρει. Κάποιος μπορεί να βρίσκει ασφάλεια και περηφάνια στην εξειδίκευσή του — «αυτό το κάνω καλά, αυτό είμαι εγώ». Ο «πιστός» μπορεί να αντλεί ταυτότητα από το ότι ήταν εκεί «από την αρχή», ότι κρατάει τη μνήμη, ότι δεν εγκατέλειψε. Το ερώτημα ωστόσο είναι γιατί αυτός ο ρόλος κόλλησε, με ποιο κόστος, και τι συμβαίνει όταν αυτό που ξεκίνησε, ενδεχομένως, ως επιλογή μετατρέπεται σε θέση.


Τρίτον: πίσω από την παγίωση των ρόλων, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και ένα ισχυρό επιχείρημα — αυτό της αποτελεσματικότητας. «Ας το κάνει ο τάδε που ξέρει, για να μη χάνουμε χρόνο και για να μην επαναλαμβανόμαστε». Και πράγματι: η συνεχής εναλλαγή έχει κόστος. Χρόνο για εκπαίδευση, ενέργεια για συντονισμό, την αναπόφευκτη αργοπορία όταν κάποιος μαθαίνει. Σε συγκυρίες πίεσης — μια δράση που πλησιάζει, μια κρίση που εκτυλίσσεται — η παγίωση φαντάζει όχι απλά λογική, αλλά αναγκαία. Εκεί που πρέπει να κινηθείς γρήγορα, η κυκλοφορία των ρόλων μοιάζει με πολυτέλεια. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τι συμβαίνει στη στιγμή της πίεσης. Το πρόβλημα είναι όταν η στιγμή γίνεται δομή — όταν το «προσωρινά» μετατρέπεται σε «πάντα». Όταν η αποτελεσματικότητα του σήμερα παράγει την ευθραυστότητα του αύριο. Η συλλογικότητα που βασίζεται στην αποτελεσματικότητα της στιγμής θυσιάζει τη δυνατότητά της να αντέξει στο χρόνο.


Και στο σημείο αυτό είναι ευκαιρία να αγγίξουμε και κάτι ακόμη. Όταν κάποιος φεύγει από μια συλλογικότητα — από εξάντληση, από απογοήτευση, από τη ζωή που άλλαξε — τι συμβαίνει; Αυτός φεύγει. Αλλά ο ρόλος μένει. Η θέση περιμένει τον επόμενο. Η ομάδα, χωρίς να το σχεδιάσει, παράγει ξανά τον ίδιο ρόλο — επειδή τον χρειάζεται, επειδή η δομή της τον απαιτεί, επειδή κάποιος πρέπει να κάνει αυτό που έκανε εκείνος που έφυγε. Έτσι ο κύκλος κλείνει: νέος άνθρωπος, ίδια θέση, ίδια δυναμική.


Αυτό αποκαλύπτει κάτι για το «ουδείς αναντικατάστατος» που συχνά παραβλέπουμε. Η φράση στην ουσία λέει: κανείς δεν πρέπει να είναι τόσο σημαντικός σε κάτι (ως φορέας) που δεν μπορεί να το κάνει κάποιος άλλος. Αλλά αυτό ισχύει για τους ανθρώπους. Για τους ρόλους, ισχύει κάτι διαφορετικό. Οι ρόλοι επιμένουν, αναπαράγονται, βρίσκουν νέους φορείς. Κάποιος πρέπει να κρατάει πρακτικά, να φέρνει υλικά, να θυμάται τι αποφασίστηκε, να ρωτάει «είστε καλά;». Αυτές οι ανάγκες είναι πραγματικές — η ομάδα δεν λειτουργεί χωρίς αυτές. Το ζήτημα είναι αν οι ανάγκες αυτές πρέπει να καλύπτονται πάντα από φορεμένους ρόλους.  Το πρόβλημα στην ουσία του είναι ότι η συλλογικότητα παράγει θέσεις που απαιτούν αναντικατάστατους. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Η χορογραφία μένει η ίδια.


IX.

Τι θα σήμαινε, λοιπόν, μια πολιτική του «ουδείς αναντικατάστατος»; Η κυνική εκδοχή λέει «μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον καθένα» — αυτή είναι η λογική της αγοράς. Εδώ όμως αναφερόμαστε σε κάτι διαφορετικό: για δομές που φτιάχνονται εξαρχής με τρόπο που η γνώση μοιράζεται, η ευθύνη εναλλάσσεται, το κύρος σπάει, η φροντίδα γίνεται κοινή υπόθεση, και το ανήκειν είναι σχέση.


Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι μαθήματα από κινήματα που δοκίμασαν, έκαναν λάθη, ξαναδοκίμασαν. Σημειώνονται εδώ επειδή κάποιοι τα ζουν ή τα βίωσαν.


Για την ευθύνη. Αύγουστος 2003, Οβεντίκ, Τσιάπας. Η βροχή πέφτει πάνω σε χιλιάδες ανθρώπους. Η ανθρωπολόγος Shannon Speed στέκεται κάτω από μουσαμά και ακούει μια comandanta ονόματι Ροσαλίντα να παίρνει τον λόγο: «Η κυβέρνηση δεν μας έδωσε σημασία. Que se queden con sus pendejadas. Ξέρουμε πώς να κάνουμε τους δήμους μας να λειτουργούν». Εκείνη τη μέρα «γεννιούνται» τα Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης.


Οι Ζαπατίστας στην Τσιάπας στο Μεξικό, τριάντα χρόνια τώρα, εφαρμόζουν κάτι που ακούγεται απλό. Θητείες με ημερομηνία λήξης. Τα μέλη των Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης (Juntas de Buen Gobierno) εναλλάσσονται κάθε μία έως οκτώ εβδομάδες, ανάλογα με την περιοχή. Η εναλλαγή είναι η ίδια η δομή. Ο στόχος, όπως εξηγούν: «να περάσουν όσο γίνεται περισσότεροι από θέσεις ευθύνης με τα χρόνια». Να δημοκρατικοποιηθεί η πληροφορία. Να αναπτυχθεί η δύναμη του καθένα. Μαζί με αυτό, υπάρχουν επιτροπές εποπτείας — διασφαλίζουν ότι η εξουσία δεν συσσωρεύεται. Η αρχή τους: «διοικείς υπακούοντας» (mandar obedeciendo). Αυτό δεν είναι απλά ένα σλόγκαν. Είναι το αποτέλεσμα πεντακοσίων χρόνων αντίστασης σε κάθε μορφή κεντρικής εξουσίας — και τριάντα χρόνων καθημερινής πρακτικής αυτοδιαχείρισης.


Για το κύρος. Σεπτέμβριος 2011, Zuccotti Park, Νέα Υόρκη. Ο ιστορικός Jeremy Brecher περνάει μια νύχτα στο πάρκο. Βλέπει κάποιον να κρατάει τη λίστα με τη σειρά ομιλίας.  Ακούει κάποιους άλλους να λένε «step up, step back» — προχώρα αν συνήθως σιωπάς, κάνε πίσω αν συνήθως μιλάς. Γράφει αργότερα: «Στο τέλος της διαδικασίας, σχεδόν όλοι ένιωθαν ότι η προσωπικότητα και η ανθρωπιά τους είχε αναγνωριστεί. Δεν υπήρχε οργισμένη μειοψηφία έτοιμη να φύγει».


Το 2011, στο κίνημα Κατάληψη (Occupy) που ξεκίνησε από τη Wall Street στη Νέα Υόρκη και εξαπλώθηκε σε εκατοντάδες πόλεις, δοκίμασαν μια μέθοδο που ονόμασαν «προοδευτική στοίβα» (progressive stack) — ή, πιο απλά, προτεραιότητα λόγου για όσους συνήθως δεν ακούγονται: γυναίκες, μη-λευκούς, ανθρώπους με αναπηρία, όσους μιλούσαν για πρώτη φορά. Η λογική: το κύρος, αν δεν το διακόψεις ενεργά, συσσωρεύεται μόνο του. Δεν λειτούργησε πάντα. Μερικές φορές έγινε τυπική διαδικασία, άλλες φορές προκάλεσε αντιδράσεις. Η ερώτηση όμως που έθεσε παραμένει σωστή: πώς σπάει κανείς τη δυναμική όπου δύο-τρεις μιλάνε και οι υπόλοιποι σιωπούν; Πώς αποφεύγεις το φαινόμενο που η Jo Freeman περιέγραψε ήδη από το 1972 — την «τυραννία της αδομίας» (tyranny of structurelessness), όπου η έλλειψη ρητών κανόνων απλώς αφήνει τις άτυπες ιεραρχίες να κυριαρχήσουν;


Για τη γνώση. Σε πολλές οριζόντιες συλλογικότητες υπάρχει η πρακτική του «διπλού υπεύθυνου» (double bottomliner): κάθε ρόλος που κρατάει γνώση έχει δύο ανθρώπους — κάποιον που ξέρει και κάποιον που μαθαίνει δίπλα του. Η μνήμη της ομάδας γίνεται κοινό αγαθό. Μαζί με αυτό, η τεκμηρίωση ως πολιτική πρακτική: αρχεία που κρατιούνται, οδηγοί που γράφονται, διαδικασίες που καταγράφονται. Η ιδέα είναι ότι κάθε γνώση που μένει μόνο στο κεφάλι κάποιου έχει ήδη αρχίσει να χάνεται — και η απώλειά της θα γίνει αισθητή μόνο όταν εκείνος φύγει.


Για τη δυναμική της συνέλευσης. Σε κάποιες συλλογικότητες υπάρχει ο ρόλος του «παρατηρητή κλίματος» (vibes watcher) — ναι, ακούγεται υπερβολικό, αλλά το πιο κοντινό στη δική μας παράδοση είναι ένας καλός συντονισμός. Κάποιος που παρακολουθεί τι συμβαίνει στη συνέλευση πέρα από τα λόγια — ποιος δεν έχει μιλήσει, ποιος φαίνεται να έχει κάτι να πει αλλά δεν παίρνει τον λόγο, πότε η ένταση ανεβαίνει, πότε χρειάζεται διάλειμμα. Μπορεί να διακόψει τη συζήτηση: «Έχουμε τέσσερις που δεν έχουν μιλήσει καθόλου, θέλετε να προσθέσετε κάτι;» Ή: «Αυτή η συζήτηση έχει γίνει πολύ τεταμένη, προτείνω πέντε λεπτά διάλειμμα». Ο ρόλος εναλλάσσεται — αλλιώς θα γινόταν κι αυτός θέση που κολλάει. Μια άλλη πρακτική είναι η «κυκλικότητα»: σε κάθε συζήτηση, ο καθένας μιλάει με τη σειρά, μία φορά, πριν μιλήσει κανείς δεύτερη. Φαίνεται απλό. Ανατρέπει όμως τη δυναμική όπου οι πιο «άνετοι» καταλαμβάνουν τον χρόνο.


Για τη φροντίδα. Εδώ η πρόκληση είναι μεγαλύτερη, γιατί η φροντίδα τείνει να γίνεται αόρατη. Μια πρώτη κίνηση: να γίνει ορατή. Μία καταγραφή συνεισφοράς/φροντίδας (έστω και σε συζήτηση) ή «κύκλοι φροντίδας» που δείχνουν ποιο μέλος της συλλογικότητας έκανε τι — ποιος έφερε φαγητό, ποιος καθάρισε, ποιος ρώτησε ένα άλλο μέλος της συλλογικότητας αν είναι όλα καλά στο σπίτι του, στη δουλειά του κτλ. Η καταγραφή αυτή θα βοηθήσει στην ανάδειξη των μοτίβων. Μια δεύτερη κίνηση, εφόσον αναγνωριστεί, είναι να μοιραστεί. Το να φροντίζουμε μπορεί να μάθει ο καθένας — δεν είναι ταλέντο, δεν είναι χάρισμα, είναι κάτι που ασκείς και βελτιώνεσαι. Και επίσης κάτι σημαντικό: η ερώτηση «ποιος φροντίζει τους φροντιστές;» τίθεται ρητά, τακτικά, δομικά.


Για το ανήκειν. Οι Ζαπατίστας μιλάνε για το «περπατάμε ρωτώντας» (caminar preguntando). Η ιδέα ότι κανείς δεν ξέρει εκ των προτέρων τη σωστή απάντηση, ότι η πορεία φτιάχνεται καθώς βαδίζουμε, μαζί, μέσα από τη διαφωνία και τον διάλογο. Στην πράξη αυτό σημαίνει χώρος για αυτούς που δεν «ταιριάζουν» ακόμα, που δεν μιλάνε τη γλώσσα της ομάδας, που φέρνουν ερωτήσεις αντί για απαντήσεις. Συναντήσεις υποδοχής για νέα μέλη — πρακτική «φιλοξενίας» που επαναλαμβάνεται. Η αναγνώριση ότι η ποικιλομορφία είναι πόρος, και ότι η ομοιογένεια, ακόμα κι όταν νιώθει άνετη,  είναι συχνά σημάδι αποκλεισμού που δεν βλέπουμε.


Ωστόσο, κάτι σημαντικό: τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι τεχνικό ζήτημα τύπου «μανατζερίστικο πρότζεκτ» μέσα στο κίνημα. Τέχνη ναι, τεχνικό όχι. Δεν υπάρχει checklist που αν το ακολουθήσεις λύνεται το πρόβλημα. Οι πρακτικές που περιγράφονται εν συντομία προϋποθέτουν κάτι που δεν μπορεί να οργανωθεί εκ των άνω. Απαιτούν ένα συλλογικό υποκείμενο που θέλει να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί. Χωρίς αυτό, κάθε εργαλείο γίνεται γραφειοκρατία — άλλη μια φόρμα που συμπληρώνεται, άλλη μια διαδικασία που τηρείται τυπικά.


Θα παρατηρήσετε επίσης ότι πουθενά δεν χρησιμοποίησα τις λέξεις «συμπερίληψη» ή «ενσυναίσθηση». Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχω την εντύπωση — ίσως προκατάληψη — ότι αυτοί οι όροι, όσο πιο συχνά εμφανίζονται σε ένα κείμενο ή μια οργάνωση, τόσο πιο πιθανό είναι να απουσιάζουν στην πράξη. Γίνονται αλεξικέραυνα: λέξεις που προστατεύουν από την κριτική χωρίς να αλλάζουν τίποτα. Αυτό που περιγράφεται εδώ είναι δομή — τρόπος που οργανώνεσαι ώστε η γνώση να μην κλειδώνεται, η ευθύνη να μην συσσωρεύεται, η φροντίδα να μην αφήνεται στην «καλή θέληση» κάποιων. Δεν χρειάζεται να «νιώθεις» συμπερίληψη. Χρειάζεται να φτιάξεις δομές που την επιτρέπουν.


X.

Στο τέλος της ταινίας La Chinoise, η ομάδα διαλύεται. Ο Ανρί έχει διωχθεί. Ο Κιρίλοφ έχει αυτοκτονήσει. Η Βερονίκ έχει εκτελέσει τον Σοβιετικό υπουργό — αφού πρώτα «έφαγε» λάθος άνθρωπο. Ο Γκιγιώμ αποφασίζει να κάνει θέατρο «πόρτα-πόρτα».


Και η Ιβόν;


Η Ιβόν μένει. Μόνη, στο άδειο διαμέρισμα, με τα πορσελάνινα φλιτζάνια και τα Κόκκινα Βιβλιαράκια στα ράφια. Αυτή που έφερνε τσάι ενώ οι άλλοι μιλούσαν για επανάσταση.

Κοιτάξτε τις εξόδους. Ο αμφισβητίας διώχνεται — η ομάδα τον έβγαλε έξω γιατί ο ρόλος του ήταν να ρωτάει, και οι ερωτήσεις έγιναν εμπόδιο. Ο καλλιτέχνης καταρρέει — ο ρόλος του ήταν να δίνει μορφή, και όταν η μορφή αποδείχθηκε ανεπαρκής, δεν είχε πού να πάει. Η θεωρητικός περνάει στην πράξη και επιστρέφει στη θεωρία — ο ρόλος της ήταν να έχει πάντα επόμενο βήμα, κι έτσι έγινε. Ο ηθοποιός αλλάζει σκηνή — ο ρόλος του ήταν πάντα η αναπαράσταση, και βρήκε νέο κοινό. Αυτή που φροντίζει μένει. Ο ρόλος της ήταν να κρατάει τα πράγματα να λειτουργούν — και όταν τα πράγματα σταμάτησαν να υπάρχουν, έμεινε εκεί, μαζί με τα φλιτζάνια.


Το ενδιαφέρον εδώ, και που συνδέεται με αυτά που λέγαμε προηγουμένως, είναι ότι οι ρόλοι καθορίζουν όχι μόνο πώς μένεις σε μια ομάδα, αλλά και πώς φεύγεις από αυτήν. Η έξοδος είναι ήδη γραμμένη στη θέση που κρατούσες. Η χορογραφία συνεχίζει να ισχύει ακόμα και στο τέλος. Η ομάδα της ταινίας διαλύθηκε επειδή οι ρόλοι είχαν κολλήσει από την αρχή — κανείς δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο από αυτό που ήταν.


Το «ουδείς αναντικατάστατος» λοιπόν ας το διαβάσουμε ως διαδικασία για μια πολιτική της κυκλοφορίας: χώροι όπου κανείς δεν χρειάζεται να γίνει απαραίτητος για να ανήκει. Όπου ο ρόλος δεν προδιαγράφει την έξοδο. Όπου η Ιβόν θα μπορούσε να μιλήσει για επανάσταση και η Βερονίκ να φέρει τσάι.

                                                                                  

Κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

 

Κείμενα / έργα που ενέπνευσαν και βοήθησαν στη συγγραφή

Ταινία

·       MacCabe, Colin. Godard: A Portrait of the Artist at Seventy. Bloomsbury.(Ανάγνωση/δανεισμός στο Internet Archive): (https://archive.org/details/godardportraitof0000macc)

  • Πολιτική θεωρία (κείμενο στα ελληνικά )


  • Κοινωνικά κινήματα / οργάνωση / “μεσίτες” διαμαρτυρίας

·       Lockwood, Sarah J. “Protest Brokers and the Technology of Mobilization: Evidence from South Africa.” Comparative Political Studies 55(4): 628–656 (2022).DOI/σελίδα άρθρου: (https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/00104140211024285)

  • Άξονες προνομίου/διάκρισης μέσα στα κινήματα

·       Roth, Silke. “Intersectionality and coalitions in social movement research—A survey and outlook.” Sociology Compass (2021).Σελίδα περιοδικού/abstract: (https://compass.onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1111/soc4.12885) (https://newuniversityinexileconsortium.org/wp-content/uploads/2025/08/Week-9-Intersectionality-and-coalitions-in-social-movement-research-A-survey-and-outlook.pdf)

  • Συναισθηματική εργασία / φροντίδα

·       Hochschild, Arlie Russell. The Managed Heart: Commercialization of Human Feeling. University of California Press, 1983.Ανάγνωση/δανεισμός (Internet Archive): (https://archive.org/details/managedheart00arli)

·       Federici, Silvia. “Wages Against Housework” (1974). PDF:(https://warwick.ac.uk/fac/arts/english/currentstudents/postgraduate/masters/modules/femlit/04-federici.pdf)

·       Gauditz, Leslie Carmel. “Activist burnout in No Borders: The case of a highly diverse movement.” Transcultural Psychiatry (2025).(https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/13634615241296292)

  • Συλλογική ταυτότητα / «εμείς»

·       Polletta, Francesca & Jasper, James M. “Collective Identity and Social Movements.” Annual Review of Sociology 27 (2001): 283–305.: (https://sites.socsci.uci.edu/~polletta/Articles%20and%20Book%20Chapters_files/2001%20Polletta%20and%20Jasper%20Collective%20Identity.pdf)

·       Melucci, Alberto. Challenging Codes: Collective Action in the Information Age. Cambridge University Press, 1996. (https://www.cambridge.org/core/books/challenging-codes/5B604C6355B636022120D57E744128BA)

  • Αποχώρηση – διαφωνία – αφοσίωση

·       Hirschman, Albert O. Exit, Voice, and Loyalty: Responses to Decline in Firms, Organizations, and States. Harvard University Press, 1970.(https://pages.ucsd.edu/~bslantchev/courses/ps240/05%20Cooperation%20with%20States%20as%20Unitary%20Actors/Hirschman%20-%20Exit%2C%20voice%2C%20and%20loyalty%20%5BCh%201-5%5D.pdf)

  • Άτυπες ιεραρχίες και «τυραννία της αδομίας»

·       Freeman, Jo. “The Tyranny of Structurelessness” (1972).Ελληνική μετάφραση (PDF): (https://www.anarxeio.gr/files/pdf/ScorchedEarth__H-turannia-ths-apousias-domwn_2003-BR.pdf)

  • Διαδικασίες συνέλευσης / λόγος / “stack”

·       Brecher, Jeremy. “A night in the park: Occupy Wall Street observed.”(https://www.jeremybrecher.org/a-night-in-the-park-occupy-wall-street-observed/)

·       “Progressive stack” (ως τεχνική προτεραιοποίησης λόγου σε συνελεύσεις).(https://en.wikipedia.org/wiki/Progressive_stack)

·       Seeds for Change — Facilitation guide (γενικό εργαλειακό πλαίσιο για συμπεριληπτικές συνελεύσεις).Web guide: (https://www.seedsforchange.org.uk/facilitationmeeting) (https://dam.assets.ohio.gov/image/upload/fcf.ohio.gov/County%20Guidance/facilitating%20meetings%20-%20Seeds%20for%20Change.pdf)

  • Ζαπατίστας / εναλλαγή θητειών / Juntas de Buen Gobierno

·       Speed, Shannon. “Exercising rights and reconfiguring resistance in the Zapatista Juntas de Buen Gobierno.” Σε συλλογικό τόμο Cambridge University Press.(https://resolve.cambridge.org/core/services/aop-cambridge-core/content/view/31471892C76079D20EF68BB40CE1F5B3/9780511819193c4_p163-192_CBO.pdf/exercising_rights_and_reconfiguring_resistance_in_the_zapatista_juntas_de_buen_gobierno.pdf)



 

(1)  Ο Albert Hirschman — οικονομολόγος που έζησε πόλεμο, αντίσταση και εξορία πριν γράψει το 1970 το Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση — δεν ασχολήθηκε με τα κινήματα. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις, τις αγορές, τους καταναλωτές. Το ερώτημά του ήταν απλό: όταν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία χειροτερεύει, τι κάνει ο καταναλωτής; Η κλασική οικονομική απάντηση λέει: φεύγει, αγοράζει αλλού. Ο Hirschman πρόσθεσε δύο επιλογές: μπορεί να διαμαρτυρηθεί (voice), να προσπαθήσει να αλλάξει τα πράγματα από μέσα. Ή μπορεί να μείνει πιστός (loyalty) — να καθυστερήσει την αποχώρηση από αφοσίωση, περιμένοντας να βελτιωθούν τα πράγματα.


Η ανάλυση του Hirschman αφορά αγορές και οργανώσεις — αλλά οι έννοιές του έχουν εφαρμοστεί σε πολιτικά κόμματα, κράτη, ακόμα και προσωπικές σχέσεις. Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι μια συγκεκριμένη μεταφορά: τι συμβαίνει όταν η «αφοσίωση» του Hirschman — που εκείνος περιγράφει ως στάση, ως τρόπο αντίδρασης — παγιώνεται σε ρόλο μέσα σε μια συλλογικότητα; Τι συμβαίνει όταν δεν είσαι απλώς κάποιος που μένει πιστός, αλλά γίνεσαι ο πιστός — αυτός που η ομάδα χρειάζεται για να επιβεβαιώσει τη συνέχειά της;

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page