Εκδίκηση, μεσσίας, ή ελπίδα; Τι μας λένε το «Ριφιφί» και ο «Καποδίστριας» για μια κοινωνία σε αδιέξοδο
- 23 Ιαν
- διαβάστηκε 7 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 24 Ιαν

Ι.
Ο Ιανουάριος του 2026 σηματοδότησε κάτι περισσότερο από δύο εμπορικές επιτυχίες στον χώρο του ελληνικού οπτικοακουστικού προϊόντος. Σηματοδότησε την ταυτόχρονη έκρηξη δύο αφηγήσεων που, χωρίς να το επιδιώκουν, λειτούργησαν ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο — αλλά δεν γνωρίζει προς τα πού.
Από τη μία, το «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια στην Cosmote TV: μια σειρά 6 επεισοδίων που κατέρριψε κάθε ρεκόρ τηλεθέασης στην ιστορία της πλατφόρμας, συγκεντρώνοντας τις περισσότερες προβολές τόσο στο κανάλι μετάδοσης όσο και στην υπηρεσία On Demand. Βαθμολογία 9.2 στο IMDb — αριθμός που θα ήταν εντυπωσιακός ακόμη και για διεθνή παραγωγή.
Από την άλλη, ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή: μια κινηματογραφική βιογραφία που ξεπέρασε τα 800.000 εισιτήρια, φιλοδοξώντας να εκθρονίσει ακόμα και το «Υπάρχω» (860.000) από την κορυφή των εμπορικότερων ελληνικών ταινιών. Sold out σε αίθουσες ανά την επικράτεια, χειροκροτήματα στο φινάλε, συγκίνηση ομόκεντρη (Τον Οικονομίδη δεν τον βάζω εδώ είναι μόνος του κατηγορία).
Τι κοινό έχουν αυτές οι δύο παραγωγές; Και τι μας λέει η ταυτόχρονη επιτυχία τους για την ελληνική κοινωνία μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσης;
ΙΙ.
Το «Ριφιφί» είναι, επιφανειακά, μια σειρά για μια ληστεία. Την περιβόητη ληστεία της Τράπεζας Εργασίας στη λεωφόρο Καλλιρρόης το 1992 — μια υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη ως σήμερα. Αλλά όποιος είδε τη σειρά γνωρίζει ότι αυτό είναι μόνο η αφορμή.
Ο Τσαφούλιας γύρισε ένα δράμα για ανθρώπους συνθλιμμένους από το σύστημα — ανθρώπους που αποφασίζουν, σε μια στιγμή ιερής οργής, να πάρουν πίσω αυτό που τους αρπάχτηκε. Η Ευαγγελία Μουμούρη, στην ερμηνεία της καριέρας της ως Όλγα, δεν ενσαρκώνει απλώς τον «εγκέφαλο» της επιχείρησης. Ενσαρκώνει μια μητέρα που έχασε το παιδί της λόγω της αδιαφορίας του κράτους και των τραπεζών — και που αποφασίζει ότι η εκδίκηση είναι πιάτο που τρώγεται κρύο.
Εδώ έγκειται η πρώτη αφήγηση: η εκδίκηση.
Η εκδίκηση κατά των τραπεζών, κατά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατά όσων πλούτισαν από τη δυστυχία των πολλών. Το κοινό ταυτίζεται με τους ληστές επειδή αναγνωρίζει στα πρόσωπά τους τη δική του συνθλιβόμενη ύπαρξη. Η ελληνική κοινωνία μετά και μέσα στα Μνημόνια, με τους πλειστηριασμούς, με τις αυτοκτονίες, την κατάθλιψη κοκ. αναγνωρίζει στο «Ριφιφί» μια καταγραφή του δικού της τραύματος.
Η σειρά έχει και άλλες διαστάσεις: τη φροντίδα ως πράξη αντίστασης, την κοινότητα που δημιουργείται μεταξύ περιθωριοποιημένων, την παρέα που γίνεται οικογένεια. Αλλά στον πυρήνα της, η αφήγηση παραμένει αυτή της εκδίκησης — μιας εκδίκησης που δεν φιλοδοξεί να αλλάξει το σύστημα, αλλά απλώς να το τιμωρήσει.
ΙΙΙ.
Ο «Καποδίστριας» κινείται σε εντελώς διαφορετικές συντεταγμένες. Εδώ δεν έχουμε ανθρώπους του περιθωρίου που εξεγείρονται κατά του συστήματος. Έχουμε μια μεσσιανική φιγούρα — τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας — που έρχεται να σώσει ένα "έθνος" σε κρίση. Ο Ιωάννης Καποδίστριας παρουσιάζεται ως ο δίκαιος άρχοντας, ο αδικημένος πατέρας του έθνους, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είχε αλλάξει την τροχιά της ιστορίας — αν δεν δολοφονούνταν.
Μόνο που αυτή η «μεσσιανική» αφήγηση είναι επιλεκτική. Η καποδιστριακή διακυβέρνηση χτίζεται και πάνω σε μια σκληρή κεντρικοποίηση εξουσίας: με επίκληση της αταξίας, ο Καποδίστριας εισηγήθηκε και πέτυχε (Ιανουάριος 1828) την αναστολή της Βουλής και του Συντάγματος, αντικαθιστώντας τα με συμβουλευτικά όργανα (Πανελλήνιον, αργότερα Γερουσία), ενώ στην πράξη η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο.
Παράλληλα, η πολιτική σύγκρουση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με «παιδαγωγία κράτους», αλλά και με καταστολή/πειθαναγκασμό: αντίπαλοι τίθενται υπό παρακολούθηση, φυλακίζονται ή περιορίζονται — χαρακτηριστική η υπόθεση της οικογένειας Μαυρομιχάλη και η επαναφυλάκιση του Πετρόμπεη στο Ιτς Καλέ.
Και στο επίπεδο του δημόσιου λόγου, η εικόνα του φωτισμένου πατέρα σκοντάφτει πάνω σε πρακτικές δίωξης του Τύπου: στην περίπτωση της υδραίικης εφημερίδας «Απόλλων», ο ίδιος ο Κυβερνήτης φέρεται να διέταξε τη δίωξή της.
Τέλος, η «εθνική ενότητα» που υπονοεί η ταινία διαψεύδεται από το πόσο κοντά οι συνθήκες φτάνουν σε εμφύλιες συρράξεις: η σύγκρουση με Υδραίους/αντικαποδιστριακούς οδηγεί σε σχέδια ναυτικού αποκλεισμού και κορυφώνεται με το επεισόδιο του Πόρου (1831) και την καταστροφή πλοίων του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη.
Αν τα βάλεις αυτά στο κάδρο, ο «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς ο αδικημένος σωτήρας: είναι και μια εξουσία που, στο όνομα της σωτηρίας, ανέχεται/παράγει αυταρχισμό και βαθιές εσωτερικές ρήξεις — και η ταινία, διαλέγοντας τον μύθο, τα σβήνει.
Είναι χαρακτηριστικό ότι είδα την ταινία σε μια επαρχιακή αίθουσα, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο πατρικό μου. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Και καθ' όλη τη διάρκεια της προβολής, ένιωθα μια ιδιόμορφη ατμόσφαιρα "κριντζιάς" που κορυφωνόταν σε συγκεκριμένα σημεία. Και στο τέλος; Χειροκροτήματα. Συγκίνηση. Το κοινό αποθέωνε μια αφήγηση που έλεγε: κάποτε είχαμε έναν ικανό ηγέτη, και τον σκότωσαν.
Ο οικονομολόγος και blogger Μαρινάκης έγραψε ότι η ταινία δείχνει «ακριβώς πώς την Ελλάδα την κυβερνούνε ακόμα 10 οικογένειες». Δεν διαφωνώ με την παρατήρηση. Αλλά η αφήγηση της ταινίας δεν είναι αυτή. Η αφήγηση είναι ότι χρειαζόμαστε έναν αρχηγό — έναν σωτήρα που θα μας οδηγήσει έξω από το αδιέξοδο.
Εδώ έγκειται η δεύτερη αφήγηση: ο μεσσίας.
IV.
Αυτό που μας αποκαλύπτει η ταυτόχρονη επιτυχία αυτών των δύο παραγωγών είναι η απουσία μιας άλλης αφήγησης.
Η πρώτη αφήγηση — η εκδίκηση — είναι κάθαρση χωρίς ορίζοντα. Τιμωρούμε τους ενόχους, αλλά δεν αλλάζουμε τις δομές που τους επέτρεψαν να γίνουν ένοχοι. Η Όλγα του «Ριφιφί» μπορεί να κλέψει την τράπεζα, αλλά η τράπεζα θα συνεχίσει να υπάρχει. Η εκδίκηση προσφέρει ανακούφιση — όχι απελευθέρωση.
Η δεύτερη αφήγηση — ο μεσσίας — είναι ακόμη πιο προβληματική. Γιατί στον πυρήνα της βρίσκεται μια βαθιά αντιδημοκρατική λογική: η λύση θα έρθει από τα πάνω, από έναν ηγέτη, από έναν σωτήρα. Ο λαός δεν χρειάζεται να αυτο-οργανωθεί — χρειάζεται απλώς να περιμένει τον κατάλληλο άνθρωπο.
Και αυτό που απουσιάζει; Μια αφήγηση της ελπίδας — μιας ελπίδας που δεν βασίζεται ούτε στην εκδίκηση ούτε στον σωτήρα, αλλά στη συλλογική δυνατότητα να φτιάξουμε κάτι διαφορετικό.
V.
Ο David Graeber, στο βιβλίο του Revolutions in Reverse, διατυπώνει μια θέση που αξίζει να σκεφτούμε: η Δεξιά και η Αριστερά θεμελιώνονται σε διαφορετικές οντολογίες της εξουσίας. Η Δεξιά βασίζεται σε αυτό που ο Graeber αποκαλεί «πολιτική οντολογία της βίας» — το να είσαι ρεαλιστής σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τις δυνάμεις της καταστροφής. Η Αριστερά, αντίθετα, προτείνει διαχρονικά μια «πολιτική οντολογία της φαντασίας» — μια θεώρηση όπου η δημιουργικότητα και η εφευρετικότητα αποτελούν τις θεμελιώδεις οντολογικές αρχές.
Ο ίδιος ο Μαρξ, υπενθυμίζει ο Graeber, επέμενε ότι αυτό που διακρίνει τους ανθρώπους από τα ζώα είναι ότι οι αρχιτέκτονες, σε αντίθεση με τις μέλισσες, πρώτα υψώνουν τις κατασκευές τους στη φαντασία.
Η ανθρωπολογία του Graeber είναι, στον πυρήνα της, μια ανθρωπολογία των ανθρώπινων δυνατοτήτων — μια προσπάθεια να δείξει ότι η κοινωνική πραγματικότητα που θεωρούμε αναπόφευκτη είναι, στην πραγματικότητα, απλώς μία επιλογή μεταξύ πολλών. Ότι οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους με ριζικά διαφορετικούς τρόπους σε άλλους τόπους και χρόνους — και μπορούν να το κάνουν ξανά.
«Τα τελευταία τριάντα χρόνια», έγραφε, «έχουν δει την κατασκευή ενός τεράστιου γραφειοκρατικού μηχανισμού για τη δημιουργία και διατήρηση της απελπισίας — ένα γιγάντιο μηχάνημα σχεδιασμένο, πρώτα και κύρια, να καταστρέφει κάθε αίσθηση πιθανών εναλλακτικών μελλόντων».
Αυτό ακριβώς λείπει από τις δύο αφηγήσεις που κυριαρχούν: η αίσθηση ότι υπάρχουν εναλλακτικά μέλλοντα.
VI.
Υπάρχει και μια πιο ανησυχητική διάσταση.
Σύμφωνα με έρευνα της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ που δημοσιεύτηκε σε διεθνές περιοδικό, μόλις το 30% των Ελλήνων απορρίπτει πλήρως τις θεωρίες συνωμοσίας. Το υπόλοιπο 70% έχει κάποιου τύπου συνωμοσιολογική άποψη, έστω και ασθενή. Ένα 50% «ακούει θετικά» την άποψη ότι οι κυβερνήσεις μεγεθύνουν επίτηδες τους αριθμούς θανάτων για να τρομάξουν τον κόσμο. Ένα 20% πιστεύει ακράδαντα ότι οι κυβερνήσεις δημιούργησαν τον ιό COVID για να προκαλέσουν οικονομική κρίση.
Διεθνής έρευνα έδειξε την Ελλάδα στη δεύτερη θέση παγκοσμίως — μετά τη Νιγηρία — σε πίστη ότι οι αρχές «επίτηδες μεγεθύνουν τους αριθμούς των θανάτων». Και άλλη έρευνα κατέγραψε ότι 68% των Ελλήνων θέλει μεγάλες αλλαγές αλλά δεν πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν αποτελεσματικά.
Αυτά τα νούμερα δεν περιγράφουν μια κοινωνία που έχει χάσει κάθε αίσθηση του δυνατού — μια κοινωνία που, μη μπορώντας να φανταστεί πραγματική αλλαγή, καταφεύγει είτε σε συνωμοσιολογικές ερμηνείες είτε σε μεσσιανικές προσδοκίες.
Το πιο εύκολο πράγμα είναι να κατασκευάσεις έναν μύθο. Το δύσκολο είναι να σκοτώσεις τον δράκο.
VII.
Ας επιστρέψουμε στα νούμερα.
Η Cosmote TV έχει περίπου 750.000 συνδρομητές. Αυτοί είδαν το «Ριφιφί» νόμιμα. Πόσοι άλλοι το είδαν μέσω εναλλακτικών δικτύων;
Ο «Καποδίστριας» έχει ξεπεράσει τα 800.000 εισιτήρια και φιλοδοξεί να φτάσει τα 860.000 του «Υπάρχω». Αν το καταφέρει, θα γίνει η τέταρτη εμπορικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών — μετά την «Πολίτικη Κουζίνα», τη «Λούφα και Παραλλαγή» και το «Safe Sex».
Τι μας λέει αυτή η λίστα; Ότι οι Έλληνες πηγαίνουν μαζικά στον κινηματογράφο για κωμωδίες, νοσταλγία και εθνικά αφηγήματα.
VIII.
Υπάρχει έξοδος από αυτό το δίλημμα;
Ο Graeber πρότεινε μια «ανθρωπολογία της ελπίδας» — μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε και να αρχειοθετήσουμε τους εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους, ώστε να διαλύσουμε την ψευδαίσθηση ότι ο τρέχων τρόπος είναι ο μόνος δυνατός.
Αυτό δεν σημαίνει ουτοπισμό. Σημαίνει ιστορική φαντασία — τη δυνατότητα να φανταστούμε ότι, αν οι άνθρωποι μπόρεσαν να ζήσουν διαφορετικά στο παρελθόν, μπορούν να ζήσουν διαφορετικά και στο μέλλον.
Το πρόβλημα είναι ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία δεν διαθέτει αυτή την αφήγηση. Οι δύο κυρίαρχες επιλογές — η εκδίκηση και ο μεσσίας — είναι αμφότερες παθητικές: η πρώτη αντιδρά στο παρελθόν, η δεύτερη περιμένει το μέλλον να έρθει από αλλού. Καμία δεν προτείνει στην κοινωνία να οργανωθεί συλλογικά, να πειραματιστεί με νέες μορφές, να δημιουργήσει η ίδια τις εναλλακτικές της. Και να μην ξεχνιόμαστε, υπάρχουν εναλλακτικές συλλογικού και αυτοοργανωμένου χαρακτήρα με τα δικά τους βέβαια όρια και προβληματικές.
IX.
Ας μην παρεξηγηθώ: δεν κατηγορώ τον Τσαφούλια. Έκανε εξαιρετική δουλειά. Το «Ριφιφί» είναι μια σπαρακτικά ανθρώπινη σειρά που αγγίζει κάτι πραγματικό — αλλιώς δεν θα είχε αυτή την απήχηση.
Ο Σμαραγδής είναι άλλη υπόθεση. Ο «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς μια «φιλόδοξη ιστορική υπερπαραγωγή». Είναι συνειδητά εθνικιστικός κινηματογράφος — με αισθητική που θυμίζει παραγωγές που προτιμούμε να μην θυμόμαστε.
Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο τι έκαναν αυτοί. Το ζήτημα είναι τι μας λέει η επιτυχία τους για εμάς.
Και αυτό που μας λέει είναι ότι, δεκαπέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η κοινωνία παραμένει παγιδευμένη μεταξύ δύο αδιεξόδων: μιας εκδίκησης χωρίς ορίζοντα και ενός μεσσία που άλλοτε έρχεται και έπειτα φεύγει και έρχεται ένας άλλος και πάει λέγοντας.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να νικήσει κάποια από τις δύο αφηγήσεις. Είναι να αναπτυχθεί μια άλλη. Να αναπτυχθεί λέω, διότι έχει γεννηθεί εδώ και δεκαετίες.
Μια αφήγηση που δεν θα περιμένει τον σωτήρα, αλλά θα οργανώνει το παρόν.
Μια αφήγηση που δεν θα αρκείται στην εκδίκηση, αλλά θα οικοδομεί το ανταγωνιστικό άλλο, το εναλλακτικό, πες το όπως θες.
Μια πολιτική της ελπίδας — στο πνεύμα του Graeber — που θα θυμίζει ότι οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πάντα μεγαλύτερες από όσο νομίζουμε.
ε και μετά απόλα αυτά, στις 29 Γενάρη κάνει πρεμιέρα η άλλη κριντζιά για τον «Άγιο Παΐσιο»...και τι να πει κανείς..
Διαβάστε επίσης:
David Graeber, Revolutions in Reverse: Essays on Politics, Violence, Art, and Imagination (Minor Compositions, 2011)
David Graeber, Fragments of an Anarchist Anthropology (Prickly Paradigm Press, 2004)
David Graeber & David Wengrow, The Dawn of Everything: A New History of Humanity (Farrar, Straus and Giroux, 2021)
Ayça Çubukçu, «David Graeber's Anthropology of Human Possibilities» (Theory and Society, 2024)
Claudio Sopranzetti, «David Graeber's rhythm of developing thought: On poetics, imagination, and estrangement» (Anthropological Theory, 2025)
Έρευνα ΑΠΘ – Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, «Θεωρίες συνωμοσίας και COVID-19 στην Ελλάδα» (Journal of Affective Disorders, 2020)
About People, «Έρευνα για θεωρίες συνωμοσίας στην Ελλάδα» (2025)



Σχόλια