top of page

Η Εβίτα ζει

  • 13 Αυγ
  • διαβάστηκε 10 λεπτά

Néstor Perlongher*

I


Γνώρισα την Εβίτα σ’ ένα ξενοδοχείο στο Μπάχο — πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Εγώ ζούσα, τέλος πάντων, ζούσα… ήμουν μ’ έναν μαύρο ναύτη που με είχε ψαρέψει καθώς έκανα πιάτσα στο λιμάνι. Εκείνο το βράδυ, θυμάμαι, ήταν καλοκαίρι, Φλεβάρης ίσως, έκανε τρομερή ζέστη. Εγώ δούλευα σ’ ένα νυχτερινό μπαρ, στο ταμείο, μέχρι τις τρεις το πρωί.

Μόνο που εκείνο ακριβώς το βράδυ πιάστηκα στα μαλλιά με τη Λελέ — αχ, αυτή η Λελέ, μια ζηλιάρα αδερφή που ήθελε να μου φάει όλους τους άντρες. Είχαμε αρπαχτεί πίσω από τον πάγκο και ξαφνικά σκάει τ’ αφεντικό:

— Τρεις μέρες αποβολή για φασαριόζα.

Σιγά μη με ένοιαζε. Γύρισα σφαίρα στο δωμάτιο, ανοίγω την πόρτα… και τη βρίσκω εκεί, μαζί με τον μαύρο.

Φυσικά, στην αρχή έγινα έξαλλη· ήμουν κιόλας στα κόκκινα από τον καβγά με την άλλη και παραλίγο να της ορμήσω χωρίς καν να την κοιτάξω. Αλλά ο μαύρος —γλύκας— μου έριξε ένα βλέμμα όλο νόημα και μου είπε κάτι σαν:

— Έλα δω, φτάνει και για σένα.

Και, εδώ που τα λέμε, ψέματα δεν έλεγε. Με τον μαύρο εγώ ήμουν που τα παρατούσα από την κούραση. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ξέρεις πώς είναι, η ζήλια, το σπιτικό, όλα αυτά· οπότε του λέω:

— Καλά, εντάξει. Αυτή όμως ποια είναι;

Ο μαύρος δάγκωσε το χείλι του, γιατί κατάλαβε ότι μ’ είχε πιάσει η έξαψη, κι εκείνη την εποχή, άμα μ’ έπιανε κρίση, ήμουν τρομερή — τώρα όχι τόσο, δεν ξέρω, έχω γίνει πιο αρμονική. Αλλά τότε ήμουν αυτό που θα λέγαμε κακιά αδερφή. Να με φοβάσαι.

Εκείνη μου απάντησε κοιτάζοντάς με κατάματα. Ως τότε είχε το κεφάλι της χωμένο ανάμεσα στα πόδια του μελαχρινού κι επειδή ήταν μισοσκόταδο δεν την είχα προσέξει καλά.

— Τι; Δεν με γνωρίζεις; Η Εβίτα είμαι.

— Η Εβίτα; είπα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Εσύ είσαι η Εβίτα;

Και της άναψα τη λάμπα καταπρόσωπο.

Και ήταν εκείνη. Χωρίς αμφιβολία. Με εκείνο το γυαλιστερό, γυαλιστερό δέρμα της και τα σημαδάκια του καρκίνου από κάτω, που —για να λέμε την αλήθεια— καθόλου άσχημα δεν της πήγαιναν.

Έμεινα μουγγή. Αλλά βέβαια δεν γινόταν να φανώ καμιά αγροίκα που τα χάνει με την πρώτη απρόσμενη επίσκεψη.

— Εβίτα, αγάπη μου — κι από μέσα μου σκεφτόμουν: Θεέ μου! — δεν θέλεις λίγο Κουαντρό;

Γιατί ήξερα πως της άρεσαν τα εκλεκτά ποτά.

— Μην κάνεις τον κόπο, αγάπη μου. Έχουμε άλλα πράγματα να κάνουμε τώρα, δεν νομίζεις;

— Αχ, περίμενε όμως, της λέω. Πες μου τουλάχιστον από πού γνωρίζεστε.

— Από παλιά, κούκλα μου, από πολύ παλιά. Σχεδόν από την Αφρική.

Αργότερα ο Τζίμι μού είπε ότι είχαν γνωριστεί μόλις πριν από μία ώρα, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που δεν αλλάζουν την προσωπικότητά της. Ήταν τόσο όμορφη!

— Θέλεις να σου πω πώς έγινε;

Εγώ πέθαινα από περιέργεια· άλλωστε το πήδημα το είχα εξασφαλισμένο έτσι κι αλλιώς.

— Ναι, ναι! Αχ, Εβίτα, δεν θέλεις ένα τσιγάρο;

Αλλά έμελλε να μείνω για πάντα με την απορία για εκείνο το ψέμα — εκτός αν μου είπε ψέματα ο μαύρος· ποτέ δεν έμαθα. Γιατί ο Τζίμι βαρέθηκε την τόση κουβέντα και είπε:

— Καλά, φτάνει πια.

Την άρπαξε από το κεφάλι — εκείνον τον κότσο της που είχε γίνει ένα χάλι — και της το έχωσε ανάμεσα στα πόδια του.

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πια αν θυμάμαι περισσότερο εκείνη ή εκείνον. Εγώ, βέβαια, είμαι και μεγάλη πουτάνα. Αλλά γι’ αυτόν δεν θα μιλήσω σήμερα. Μόνο πως εκείνη τη μέρα ο μαύρος είχε τέτοια όρεξη που με έκανε να ουρλιάζω σαν γουρούνι, με γέμισε πιπιλιές — τέλος πάντων.

Την άλλη μέρα εκείνη έμεινε για πρωινό κι όσο ο Τζίμι είχε βγει ν’ αγοράσει γλυκά, μου είπε πως ήταν πολύ ευτυχισμένη και με ρώτησε αν ήθελα να πάω μαζί της στον Παράδεισο, που ήταν γεμάτος μαύρους και ξανθούς και τέτοια αγόρια.

Εγώ δεν την πολυπίστεψα. Γιατί, άμα ήταν αλήθεια, τι στο καλό κατέβαινε να τους ψάξει στην οδό Ρεκονκίστα; Δεν συμφωνείτε;

Αλλά δεν της είπα τίποτα. Τι νόημα είχε; Της είπα όχι, προς το παρόν ήμουν μια χαρά έτσι με τον Τζίμι — σήμερα θα έλεγα πως ήθελα «να εξαντλήσω την εμπειρία», αλλά τότε δεν τα λέγαμε αυτά — και πως, αν χρειαζόταν οτιδήποτε, να μου τηλεφωνούσε, γιατί με τους ναύτες, ξέρεις, ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρη.

— Ούτε με τους στρατηγούς, είπε εκείνη.

Και φάνηκε λιγάκι λυπημένη.

Ύστερα ήπιαμε το γάλα μας και έφυγε.

Για ενθύμιο μου άφησε ένα μαντιλάκι, που το φύλαξα μερικά χρόνια. Ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή, αλλά ύστερα κάποιος το πήρε· ποτέ δεν έμαθα ποιος. Τόσοι έχουν περάσει από τότε, τόσοι.

Πάνω στο μαντιλάκι έγραφε Εβίτα και είχε ζωγραφισμένο ένα καράβι.

Η πιο ζωντανή μου ανάμνηση;

Λοιπόν, είχε μακριά νύχια, βαμμένα καταπράσινα — και τότε το πράσινο ήταν πολύ παράξενο χρώμα για νύχια. Και τα έκοψε, τα έκοψε, για να μπορεί να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα μου το πελώριο πράμα του ναύτη· κι εκείνη του δάγκωνε τις ρώγες και καύλωνε.

Έτσι.

Μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο ήταν που το απολάμβανε περισσότερο.



II

Ήμασταν στο σπίτι όπου μαζευόμασταν για να μαστουρώσουμε, και ο τύπος που μας έφερνε το πράμα εκείνη τη μέρα σκάει μύτη με μια γυναίκα γύρω στα τριάντα οχτώ, ξανθιά, λίγο σαν να είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι, τίγκα στο μακιγιάζ, με κότσο…

Η φάτσα της κάτι μου θύμιζε, και υποθέτω και στους άλλους, αλλά ήμουν λιγάκι χαμένος. Ήμουν με τον Χάιμε, που βαρούσε ενέσεις Instilasa, κι εγώ του είχα το πουλί στο στόμα. Του το ψιθύρισα κι εκείνος μου είπε κάτι σαν:

— Κόφ’ το, ρε. Αφού ξέρεις πως ναι.

Τα μάτια του ήταν συνέχεια γυρισμένα προς τα πάνω. Ακόμη κι όταν γαμιόμασταν, έμοιαζε να το κάνει κάπως απρόσωπα.

Καθίσαμε όλοι κάτω στο πάτωμα κι εκείνη άρχισε να βγάζει τσιγαριλίκια, το ένα μετά το άλλο. Ο λιγνός με τα ναρκωτικά της έχωνε το χέρι στα βυζιά κι εκείνη στριφογύριζε σαν οχιά.

Ύστερα ζήτησε να της χώσουν τη βελόνα στον λαιμό. Οι δυο τους κυλιόνταν στο πάτωμα κι εμείς οι υπόλοιποι κοιτούσαμε.

Ο Χάιμε το πολύ πολύ να μου έδινε κανένα μακρύ, πολύ απαλό φιλί — σ’ αυτό, πάντως, ήταν θεός.

Δυο πιτσιρικάδες, κάτασπροι, τα έχασαν τελείως με όλο το γκέι σκηνικό και τη γριά κι έφυγαν.

Μόνο που οι μπάτσοι ήταν στην πόρτα.

Και πέντε λεπτά αργότερα μπούκαραν όλοι μέσα, μέχρι και ο υποδιοικητής.

Γάμησέ τα, ρε φίλε, την κάτσαμε.

Ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας ανήλικος, γιατί ο Χάιμε είχε κλείσει τα δεκαοχτώ την προηγούμενη βδομάδα. Παρ’ όλα αυτά, ρε φίλε, είχαμε δανειστεί το ρουζ της Εβίτα και ήμασταν σχεδόν όλοι βαμμένοι σαν πόρτες, κάτι σε Alice Cooper.

Οι μπάτσοι μπήκαν αποφασισμένοι, ο διοικητής μπροστά και οι άλλοι από πίσω.

Ο λιγνός που κουβαλούσε μια τσάντα τίγκα στο χόρτο είπε:

— Μια στιγμή, λοχία.

Αλλά ο μπάτσος τού έδωσε μια κτηνώδη σπρωξιά.

Τότε εκείνη, που ήταν η μόνη γυναίκα, ίσιωσε την τιράντα του φορέματός της και σηκώθηκε όρθια.

— Βρε ζώο, πώς τολμάς να συλλάβεις την Εβίτα;

Ο αξιωματικός χλόμιασε.

Οι δυο άλλοι τράβηξαν τα πιστόλια τους, αλλά ο διοικητής τούς έκανε νόημα να γυρίσουν στην πόρτα και να μείνουν ακίνητοι.

— Όχι, αφήστε τους. Να μείνουν. Ν’ ακούσουν όλοι — είπε η σκύλα. — Τώρα θέλεις να με χώσεις στη στενή, όταν πριν από είκοσι δύο χρόνια — ναι, ή είκοσι τρία — εγώ η ίδια σου πήγα το ποδήλατο σπίτι για το παιδί σου; Κι εσύ ήσουν ένας ψωρονεοσύλλεκτος της αστυνομίας, μαλάκα. Κι αν δεν με πιστεύεις, αν θέλεις να κάνεις πως δεν θυμάσαι, εγώ ξέρω πολύ καλά τι θα πει αποδείξεις.

Ρε φίλε, αυτό που ακολούθησε ήταν απίστευτο παραλήρημα.

Του έσκισε το πουκάμισο στο ύψος του αριστερού ώμου και φανέρωσε μια τεράστια κόκκινη μυρμηγκιά, χοντρή σαν φράουλα, κι άρχισε να τη βυζαίνει.

Ο μπάτσος στριφογύριζε σαν πουτάνα.

Οι άλλοι δύο, που στέκονταν στην πόρτα και παρακολουθούσαν, στην αρχή είχαν ξεραθεί στα γέλια· ύστερα όμως άρχισε να τους πιάνει τρόμος, γιατί κατάλαβαν πως ναι:

η τύπισσα ήταν η Εβίτα.

Εγώ βρήκα την ευκαιρία και άρχισα να παίρνω πίπα στον Χάιμε μπροστά στους μπάτσους, που δεν ήξεραν ούτε τι να κάνουν ούτε πού να κρυφτούν.

Ξαφνικά ο λιγνός ντίλερ μπήκε κι αυτός στο τσίρκο κι άρχισε να τρέχει στον διάδρομο ουρλιάζοντας:

— Σύντροφοι! Σύντροφοι! Θέλουν να συλλάβουν την Εβίτα!

Ο κόσμος από τα άλλα δωμάτια άρχισε να ξεπροβάλλει για να τη δει, και μια γριά βγήκε έξω φωνάζοντας:

— Εβίτα! Η Εβίτα κατέβηκε από τον ουρανό!

Τελικά οι μπάτσοι σηκώθηκαν κι έφυγαν. Άφησαν ελεύθερους και τους δυο πιτσιρικάδες, που στο μεταξύ το έπαιζαν και πολύ κυριλέ.

Εκείνη έφυγε περπατώντας ήρεμα μαζί με τον λιγνό και, πρώτα στον κόσμο που είχε μαζευτεί στην αυλή κι ύστερα σ’ εκείνους που στέκονταν στην πόρτα, έλεγε:

— Λιγδιάρηδές μου, λιγδιάρηδές μου, η Εβίτα τα βλέπει όλα. Η Εβίτα θα ξανάρθει σ’ αυτή τη γειτονιά και σε όλες τις γειτονιές, για να μην πειράξει κανείς τους ξεπουκάμιστούς της.

Ρε φίλε, μέχρι κι οι γέροι έκλαιγαν.

Μερικοί ήθελαν να την πλησιάσουν, αλλά εκείνη τους έλεγε:

— Τώρα πρέπει να φύγω. Πρέπει να επιστρέψω στον ουρανό.

Έτσι έλεγε η Εβίτα.

Εμείς μείναμε λίγο ακόμα να καπνίσουμε και πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε, κάτι γυναίκες μάς έβαλαν στα δωμάτιά τους για να τους τα διηγηθούμε όλα — οι ίδιες που μέχρι πριν από μία ώρα μάς είχαν κάνει τη ζωή κόλαση.

Ο Χάιμε κι εγώ τους στήσαμε ολόκληρο παραμύθι:

πως η Εβίτα έλεγε ότι πρέπει να παίρνει κανείς ναρκωτικά επειδή είναι πολύ δυστυχισμένος και, γάμησέ τα, ρε φίλε, άμα σ’ έπιανε το down, δεν παλευόταν.

Φυσικά, ο κόσμος δεν καταλάβαινε τι του λέγαμε. Αλλά εμείς δεν κάναμε δα και δουλειά βάσης· κάναμε απλώς public relations για να έχουμε κανένα μέρος που να μην είναι τελείως ξενέρωτο όταν θέλαμε να τριπάρουμε, οπότε χεστήκαμε.

Ήμασταν λιώμα, κι οι γριές όλο και περισσότερο παραδίνονταν στο κλάμα.

Τους είπαμε να κόψουν αυτή την αμφεταμινίσια κατάθλιψη.

Έτσι κι αλλιώς, η Εβίτα θα ξαναγύριζε.

Είχε πεταχτεί για ανεφοδιασμό και όπου να ’ναι θα ήταν πίσω.

Ήθελε να δώσει ένα ολόκληρο πακέτο μαριχουάνα σε κάθε φτωχό, για να περνάνε όλοι οι ταπεινοί φίνα και να μη φάει κανείς ποτέ ξανά ούτε κακό τριπ, ρε φίλε —

ούτε σφαλιάρα.


III

Αν σου έλεγα πού την είδα πρώτη φορά, θα σου έλεγα ψέματα.

Δεν πρέπει να μου έκανε καμιά ιδιαίτερη εντύπωση. Η αδύνατη ήταν μία αδύνατη ανάμεσα στις τόσες που πήγαιναν στο διαμέρισμα της Βιαμόντε, όλες φίλες μιας νεαρής αδερφής που τις είχε εκεί μισόγυμνες, ώστε εμάς τα παλιόπαιδα να μας σηκώνεται πιο γρήγορα.

Το θέμα είναι πως όλοι —και όλες— ήξεραν πού μπορούσαν να μας βρουν: στο σνακ μπαρ στη γωνία Ιντεπεντένσια και Έντρε Ρίος.

Εκεί το αδερφάκι ο Άλεξ μάς έστελνε, όποτε μπορούσε, γέρους, γριές, που μας στόλιζαν με κάνα δυο χοντρά χαρτονομίσματα. Κι ύστερα εμείς του κάναμε δωρεάν τη χάρη και δεν του βουτούσαμε ούτε το κασετόφωνο ούτε τα ρούχα.

Αυτήν τη θυμάμαι από τον τρόπο που ήρθε.

Έφτασε μ’ ένα μαύρο Carabela που το οδηγούσε ένα ξανθό αδερφάκι, το οποίο είχα γαμήσει μια φορά στο Rosmarie.

Ήμουν με τα κορίτσια και κάναμε μόστρα δίπλα στον πάγκο με τα λουλούδια, οπότε με φώναξε παράμερα και μου είπε:

— Έχω μια γκόμενα για σένα. Είναι στ’ αμάξι.

Μόνο εμένα ήθελε.

Μπήκα.

— Με λένε Εβίτα. Εσένα;

— Τσίτσε, της λέω.

Την κοίταξα.

— Αποκλείεται να μην είσαι τραβεστί, ομορφιά μου. Για να δούμε… Εβίτα τι;

— Εύα Ντουάρτε, μου είπε. Και σε παρακαλώ, μην είσαι αγενής, γιατί θα κατέβεις.

— Να κατέβω; Εμένα να μου πέσει;

της ψιθύρισα στ’ αυτί, την ώρα που εκείνη μου χάιδευε το φούσκωμα στο παντελόνι.

— Άσε με να σου πιάσω το μουνάκι, να δω αν είναι αλήθεια.

Να έβλεπες πώς άναψε όταν της έχωσα το δάχτυλο κάτω από το τρίχωμα!

Πήγαμε λοιπόν στο ξενοδοχείο της.

Το αδερφάκι ήθελε να με χαζεύει όσο έκανα ντους κι εκείνη είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι.

Κι εντάξει, μ’ αυτό το κομμάτι που κουβαλάω, κάνουν ουρά μόνο και μόνο για να το κοιτάξουν.

Εκείνη ήταν παμπόνηρη πουτάνα.

Πίπα έπαιρνε σαν θεά.

Με τρία γερά γαμήσια την αποτελείωσα και κράτησα το τέταρτο για την αδερφή, που, για να λέμε την αλήθεια, το άξιζε.

Η τύπισσα ήταν γυναίκα.

Γυναίκα.

Είχε μια βραχνή φωνή, σαν εκφωνήτριας.

Μου είπε να ξαναπεράσω αν χρειαζόμουν κάτι.

Της είπα όχι, ευχαριστώ.

Στο δωμάτιο υπήρχε κάτι σαν μυρωδιά πεθαμένης, και καθόλου δεν μου άρεσε.

Όταν δεν κοιτούσε, άνοιξα μια θήκη και της έκλεψα ένα κολιέ.

Για μένα ο πούστης ο Φράνσις το κατάλαβε, αλλά δεν είπε λέξη.

Όταν τελείωσα και μ’ αυτόν, μου είπε, με το στόμα του να στάζει γάλα:

— Όλοι οι άντρες της χώρας θα σε ζήλευαν, μικρέ. Μόλις γάμησες την Εύα Περόν.

Δεν είχαν περάσει ούτε δυο μέρες όταν γυρίζω σπίτι και βρίσκω τη μάνα μου να κλαίει στην κουζίνα, με δυο ασφαλίτες δίπλα της.

— Άθλιε! μου ουρλιάζει. Πώς μπόρεσες να κλέψεις το κολιέ της Εβίτα;

Το κόσμημα ήταν πάνω στο τραπέζι.

Δεν είχα καταφέρει να το σπρώξω, γιατί, σύμφωνα με τον Σόσα, ήταν πολύ ακριβό για να το αγοράσει ο ίδιος κι ούτε ήθελε να με κλέψει.

Οι τύποι της Κοορδίνα δεν με ρώτησαν τίποτα.

Με σάπισαν στο ξύλο.

Και με προειδοποίησαν πως, αν έλεγα σε κανέναν οτιδήποτε για το κολιέ, θα με τσάκιζαν.

Από εκείνη τη γωνία κι από το διαμέρισμα των αδερφών εξαφανιστήκαμε όλοι.

Γι’ αυτό και όλα τα ονόματα που δίνω εδώ είναι ψεύτικα.


*Πρωτότυπος τίτλος: Evita vive

Το «Evita vive» γράφτηκε το 1975, αλλά η εκδοτική του διαδρομή υπήρξε ασυνήθιστη. Πριν ακόμη δημοσιευτεί στα ισπανικά, εμφανίστηκε στα αγγλικά ως “Evita Lives”, σε μετάφραση του E. A. Lacey, στην ανθολογία My Deep Dark Pain Is Love: A Collection of Latin American Gay Fiction, που επιμελήθηκε ο Winston Leyland και εξέδωσε η Gay Sunshine Press στο Σαν Φρανσίσκο το 1983. Ακολούθησε δημοσίευση στα ισπανικά στη σουηδική επιθεώρηση Salto Mortal το 1985 και, το 1987, στην αργεντίνικη Cerdos & Peces. Η δημοσίευσή του στο περιοδικό El Porteño το 1989 προκάλεσε έντονη δημόσια πολεμική στην Αργεντινή.


Néstor Perlongher (1949–1992). Αργεντινός ποιητής, συγγραφέας, κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος και ακτιβιστής του ομοφυλοφιλικού απελευθερωτικού κινήματος. Υπήρξε κεντρική μορφή του Frente de Liberación Homosexual της Αργεντινής και συνέδεσε σταθερά τη σεξουαλική απελευθέρωση με την πολιτική και κοινωνική ρήξη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εγκαταστάθηκε στο Σάο Πάολο, όπου συνέχισε τη συγγραφική και ανθρωπολογική του εργασία. Πέθανε το 1992, σε ηλικία σαράντα δύο ετών, από σηψαιμία σχετιζόμενη με το AIDS.


Ποιητής του λεγόμενου neobarroso —της δικής του ριοπλατένσε εκδοχής του νεομπαρόκ—, ο Perlongher έφερε στη γραφή του τη γλώσσα του δρόμου, την queer αργκό, το λούμπεν, την πορνεία, τα ναρκωτικά, την πολιτική βία και τα σώματα που η επίσημη κοινωνία επιχείρησε να κρατήσει στο περιθώριο. Το έργο του κινείται διαρκώς ανάμεσα στο υψηλό και το χυδαίο, στο πολιτικό και το ερωτικό, στο ιερό και το βέβηλο. Ο ίδιος περιέγραφε το neobarroso ως ένα μπαρόκ του Ρίο ντε λα Πλάτα, βυθισμένο στη «λάσπη» του ποταμού και της τοπικής γλώσσας.


Στο «Η Εβίτα ζει», ο Perlongher παίρνει κυριολεκτικά το περονιστικό σύνθημα Evita vive και επαναφέρει την Εύα Περόν από τον κόσμο των νεκρών. Όχι όμως ως αγιοποιημένο εθνικό σύμβολο: η Εβίτα επιστρέφει στα ξενοδοχεία, στους δρόμους, στα ναρκωτικά, στο σεξ και στις queer και περιθωριακές κοινότητες του Μπουένος Άιρες. Το κείμενο αποτελείται από τρεις αφηγήσεις-μαρτυρίες ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι τη συνάντησαν μετά τον θάνατό της. Με αυτόν τον τρόπο ο Perlongher μεταφέρει τον μύθο της «αγίας Εβίτα» από το επίσημο πολιτικό εικονοστάσι στα σώματα και στις επιθυμίες εκείνων που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο.


Η ίδια η φράση Evita vive υπήρξε περονιστικό σύνθημα, με παραλλαγές όπως «Evita vive en las manifestaciones populares», «Evita vive en las villas» και «Evita vive en cada hotel organizado». Στη σημείωση που συνοδεύει το διήγημα, ο ίδιος ο Perlongher εξηγεί ότι τα κείμενα παίζουν με την κυριολεκτική σημασία αυτού του συνθήματος, παρουσιάζοντας την Εβίτα να «ζει» μέσα σε συγκρουσιακές και περιθωριακές καταστάσεις.


Η παρούσα ελληνική απόδοση βασίστηκε στο ισπανικό πρωτότυπο, όπως περιλαμβάνεται στην έκδοση:


Néstor Perlongher, “Evita vive”, στο Evita vive y otros relatos, Buenos Aires: Santiago Arcos Editor, 2009.


Προγενέστερη συγκεντρωτική έκδοση του κειμένου: Néstor Perlongher, “Evita vive”, στο Prosa plebeya: Ensayos 1980–1992, επιλογή και πρόλογος Christian Ferrer και Osvaldo Baigorria, Buenos Aires: Colihue, 1997.


Ελληνική απόδοση: [Garbola tsak / ANANSI TACTICS]



 
 
 

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page