top of page

Το τελευταίο φιλί της Λόμπα Λαμάρ

  • 13 Αυγ
  • διαβάστηκε 11 λεπτά

(Κορδέλες από μεταξωτό κρεπ στην κηδεία μου… παρακαλώ)

Pedro Lemebel*


Όταν επινόησε εκείνο το όνομα, ένα καλλιτεχνικό όνομα αντάξιο του κακόφημου βαριετέ όπου ήταν η μεγάλη ατραξιόν, επιστράτευσε όλη την εφευρετικότητα μιας αδερφής μαθημένης στους δρόμους. Ίσως να ονόμασε τον εαυτό της Λόμπα Λαμάρ επειδή το στιλπνό, μαύρο σαν φύκι δέρμα της, μελανιασμένο από τόσους ναύτες, της θύμιζε φώκια — ένα lobo marino. Όμως η Λόμπα Λαμάρ ήταν και κάτι άλλο: ένα μαύρο δάκρυ από λαμέ, τα ποδοπατημένα κάρβουνα της Αφρικής, μια θαμπή λάμψη ανάμεσα στα φώτα του λιμανιού, όταν, γυρίζοντας στο άθλιο δωμάτιό της, παραπατούσε κι έπεφτε στις σκάλες, μέσα σε μεθυσμένα γέλια και στη διαπεραστική μυρωδιά από κρίνους και φτηνό άρωμα.

Δύσκολο να κρατηθείς όρθια τέτοια ώρα το πρωί, έχοντας χορέψει μάμπο όλη νύχτα πάνω σε στιλέτο, με τη ζάλη του AIDS να θολώνει την όρασή σου και να μπερδεύει ουρανό και θάλασσα, ώσπου τα κύματα να γίνονται ένας ίλιγγος από αστέρια. Εκείνη τη στιγμή η Λόμπα πίστεψε πως είχε έρθει το τέλος — γρήγορο, ανώδυνο, ξαφνικό· λες και ο θάνατος από AIDS δεν ήταν παρά ένα στραβοπάτημα στη μέση της σκηνής, ένα μικρό μονοπάτι από σπίθες πάνω στην Καραϊβική που έδειχνε τον δρόμο για τον άλλο κόσμο — ένα φεγγάρι να λάμπει στο νερό, παρασυρμένο από τον τροπικό, θανατερό ρυθμό της επιδημίας.

Όταν όμως ξύπνησε, βρέθηκε πάλι στο ίδιο μέρος, να πηδά από αστέρι σε αστέρι, γιατί εκείνο το παραπάτημα πάνω στη σκηνή δεν ήταν καθόλου θάνατος, αλλά μια χλωμή επιστροφή στη ζωή.

Η Λόμπα ποτέ δεν κατάλαβε πραγματικά τι σήμαινε να είναι φορέας — κι αυτό, κατά βάθος, ήταν ευτύχημα, γιατί, αν το είχε καταλάβει, το AIDS θα την είχε πάρει πολύ νωρίτερα, πάνω σε ένα έλκηθρο κατάθλιψης. Όσο κι αν γύριζε το χαρτάκι από δω κι από κει, δεν μπορούσε με τίποτα να βγάλει άκρη μ’ εκείνη τη μαθηματική πράξη που έκανε το συν θετικό να σημαίνει κάτι αρνητικό, και κανείς δεν κατάφερνε να την πείσει ότι ένα «θετικό» αποτέλεσμα ήταν στην πραγματικότητα χαρτί απόλυσης από τη ζωή.

Στο σχολείο, άλλωστε, πάντα τεμπέλιαζε· από διάβασμα και μαθηματικές έννοιες δεν σκάμπαζε γρι. Συν πλην κάνει μείον, ή μήπως μείον συν κάνει συν; Α, γαμήσου, στο διάολο οι αριθμοί.

Ποτέ δεν είδαμε τη Λόμπα θλιμμένη, αν και ίσως κάποιο μαύρο σύννεφο να γλίστρησε για λίγο μέσα στο μυαλό της. Γι’ αυτό και δίπλωσε το χαρτί με το αποτέλεσμα, το έχωσε κάπου και πήρε μια βαθιά ανάσα, ρουφώντας τον μπαγιάτικο αέρα του δωματίου της ώσπου να ημερέψει κάπως το βάρος της είδησης.

Ύστερα πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε, κοιτάζοντας τις σκουριασμένες στέγες δίπλα στη θάλασσα. Έπιασε μια τούφα από τα μαλλιά της, ξεθωριασμένα από τις φτηνές βαφές, και την τράβηξε ώσπου ξεκόλλησε μ’ έναν ήχο σαν σκίσιμο χαρτιού. Για μια στιγμή έλαμψε χάλκινη μέσα σε μια αχτίδα ήλιου. Έπειτα την άφησε, κι εκείνη παρασύρθηκε στον απαλό, πουπουλένιο αέρα του σούρουπου.

Η Λόμπα δεν άφησε ποτέ τις λεηλασίες της αρρώστιας να της χαλάσουν την εμφάνιση — όσο κιτρίνιζε το δέρμα της, τόσο περισσότερο ρουζ έβαζε· όσο μαύριζαν οι κύκλοι κάτω από τα μάτια της, τόσο πιο παχύ κονσίλερ άπλωνε. Δεν έμενε ποτέ ακίνητη, ούτε καν τους τελευταίους μήνες, όταν είχε γίνει λεπτή σαν κλωστή, με τον πισινό της σκέτο κόκαλο και το γυαλιστερό κρανίο της σκεπασμένο μόνο από ένα αραιό χνούδι.

Κι εκεί ήταν, σμιλεμένη από τον ήλιο, «παρόλο που στην καρδιά μου είναι χειμώνας», όπως επαναλάμβανε ακούραστα όταν δεν της έμενε πια δύναμη να χορέψει.

Οι υπόλοιπες αδερφές που μοιραζόμασταν το δωμάτιο πιστεύαμε πως η Λόμπα πρέπει να είχε κάνει συμφωνία με τον Διάβολο. Πώς στο καλό είχε αντέξει τόσο; Πώς γινόταν να παραμένει τόσο όμορφη ακόμη κι όταν ήταν γεμάτη κακάδια; Πώς, πώς, πώς;

Χωρίς AZT (1). Μόνο με πείσμα και θέληση. Έτσι άντεξε τόσο καιρό. Ήταν ο ήλιος, ο καλός καιρός, η ζέστη. Κράτησε όλο το καλοκαίρι, φρέσκια σαν τριαντάφυλλο, και ολόκληρο εκείνο το γλυκό φθινόπωρο· μόνο όταν ήρθε ο χειμώνας, όταν άρχισε στο Βαλπαραΐσο εκείνο το παγωμένο, αλμυρό ψιλόβροχο, έδειξε για πρώτη φορά πως ετοιμαζόταν να μας αποχαιρετήσει.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε.

Και τότε άρχισε το μαρτύριο.

Μετά την ιατρική εξέταση, η Λομπίτα δεν ήθελε να την ξαναπάμε σε γιατρό.

— Αυτοί είναι πρώτα ξαδέρφια με τους νεκροθάφτες, έλεγε.

Ούτε ν’ ακούσει για ξενώνα ασθενών.

— Στρατόπεδα συγκέντρωσης για λεπρούς είναι.

Σαν στο Μπεν Χουρ, τη μοναδική ταινία που είχε δει ποτέ. Θυμόταν ολοζώντανα το ταξίδι του νεαρού άντρα προς την αποικία των λεπρών, όπου πήγαινε να βρει τη μητέρα και την αδελφή του, κι εκείνες κρύβονταν για να μην τις δει με το δέρμα τους να πέφτει σε λωρίδες.

Κι αυτές κάποτε ήταν όμορφες, βασιλικές και υπέροχες, πανέμορφες — όχι όμως τόσο όμορφες όσο η Λόμπα Λαμάρ, που περνούσε τις νύχτες της να καίγεται στον πυρετό, ορκισμένη πως βρισκόταν σε μια ρωμαϊκή γαλέρα δίπλα στον Μπεν Χουρ.

Μας ανάγκαζε να κωπηλατούμε καθώς καθόταν κουρνιασμένη στο κρεβάτι, κι όταν τα καυτά κύματα του πυρετού την έπιαναν, φώναζε:

— Σταθερά εκεί, πουτάνες του κουπιού! Εμπρός, βασίλισσες του μάμπο!

Τη φροντίζαμε με βάρδιες, της πλέναμε τον πισινό σαν να ήταν μωρό. Ήμασταν νταντάδες, νοσοκόμες και μαγείρισσές της, ένας μικρός στρατός από σκλάβες που η ωραία Λόμπα διέταζε σαν να ήταν η ίδια η Κλεοπάτρα· και μερικές φορές έπρεπε να μετρήσουμε ως το είκοσι είκοσι φορές για να μην της στρίψουμε τον λαιμό.

Μόνο και μόνο για να σωπάσει λίγο και να καταφέρουμε να κοιμηθούμε στις ατέλειωτες άυπνες νύχτες του θανάτου της.

Μέσα στο παραλήρημα της ετοιμοθάνατης βασίλισσας, της κατέβαιναν οι πιο αλλόκοτες ιδέες, οι πιο παράλογες επιθυμίες.

Μεσάνυχτα, καταχείμωνο, με τη βροχή να πέφτει με το τουλούμι, ήθελε φρέσκα ροδάκινα.

Κι εμείς οι ηλίθιες μαζέψαμε μέχρι το τελευταίο μας κέρμα και ξεχυθήκαμε μέσα στον κατακλυσμό, στους έρημους δρόμους, μούσκεμα ως το κόκαλο, ξυπνώντας έναν έναν τους μανάβηδες του λιμανιού για να τους ρωτήσουμε αν είχαν ροδάκινα, ανεβοκατεβαίνοντας τους λόφους ώσπου τελικά βρήκαμε σ’ ένα μαγαζί μερικά κονσερβοποιημένα.

Και όταν επιστρέψαμε στο σπίτι στάζοντας νερά, η Λόμπα μάς πέταξε το κουτί πίσω στα μούτρα, γιατί στο μεταξύ είχε πάψει να θέλει ροδάκινα.

Τώρα ήθελε παγωτό πορτοκάλι.

— Πορτοκάλι; Δεν γίνεται κάτι άλλο, καρδιά μου; Στη Χιλή δεν φτιάχνουν παγωτό πορτοκάλι, Λομπίτα.

Αλλά εκείνη απείλησε πως θα πέθαινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή αν δεν μύριζε το γλυκόπικρο άρωμα των ανοιξιάτικων πορτοκαλιών.

Κι έτσι εμείς, οι ξεπαγιασμένες βασίλισσες, ξαναβγήκαμε στα στοιχεία της φύσης και τελικά καταφέραμε να αγοράσουμε παγωτό από έναν κακότροπο Αργεντινό, ο οποίος δέχτηκε να μας πουλήσει ένα και μοναδικό χωνάκι μόνο αφού του τραγουδήσαμε ένα θλιβερό τάνγκο για τη μάνα μας που ψυχορραγούσε.

Και ούτε τότε κατάφερε η Λομπίτα να κοιμηθεί.

Δεν ήθελε να φύγει προτού ικανοποιήσει όλες εκείνες τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες που της ξέραιναν το στόμα.

Γιατί στην κόλαση δεν θα έχει ούτε ροδάκινα ούτε πορτοκάλια.

Κι όλη εκείνη η ζέστη θα σου φέρνει φοβερή δίψα.

— Αχ, σκλάβες της Αιγύπτου, φέρτε μου πεπόνια, σταφύλια και παπάγια!

παραληρούσε η κακομοίρα, ξυπνώντας ολόκληρη την πανσιόν με κραυγές γυναίκας που γεννά.

Λες και μέσα στην κόλαση που είχε δημιουργήσει η αρρώστια της είχε μείνει έγκυος στο ίδιο της το πένθος, αντικαθιστώντας τη ζωή με τον θάνατο και την επιθανάτια αγωνία με τη γέννα.

Για τη Λόμπα, με το μυαλό της πια χαμένο, το AIDS είχε μετατραπεί σε υπόσχεση ζωής· φανταζόταν πως κυοφορούσε ένα παιδί, επωασμένο μέσα στον πρωκτό της από το μοιραίο σπέρμα ενός χαμένου έρωτα. Εκείνος ο πρίγκιπας της Ιουδαίας, ο Μπεν Χουρ, είχε φυτέψει τον σπόρο μια νύχτα στη ρωμαϊκή γαλέρα και είχε εξαφανιστεί τα χαράματα, αφήνοντάς την έγκυο με το ίδιο της το ναυάγιο.

Κάθε νύχτα την ακούγαμε να τον φωνάζει κι εμείς προσπαθούσαμε να ικανοποιήσουμε τις λιγούρες αυτής της Λόμπα που γεννούσε.

Αποφάσισε πως ήθελε να ετοιμάσει τα προικιά του πρίγκιπα που ήταν έτοιμη να φέρει στον κόσμο, κι έτσι αρχίσαμε όλες να πλέκουμε σάλι, σκουφάκια, μικρά ζακετάκια και παπουτσάκια για το μωρό της.

Μας ανάγκαζε να της τραγουδάμε νανουρίσματα και να την κουνάμε πέρα δώθε, κάνοντάς της αέρα με φτερά, λες και ήμασταν στ’ αλήθεια οι σκλάβες μιας εγκύου Νεφερτίτης.

Κάποιες στιγμές, όταν ήμασταν πια εντελώς εξαντλημένες, κατάφερνε να μας παρασύρει τόσο πειστικά μέσα στη φαντασίωσή της, ώστε σχεδόν αρχίζαμε κι εμείς να πιστεύουμε πως η γέννα πράγματι θα γινόταν.

Γι’ αυτό σηκωνόμασταν μέσα στο κρύο, φταρνιζόμενες, για να ακούσουμε το καινούργιο της παραλήρημα, τη φωνή της όλο και πιο βραχνή, όλο και πιο αδύναμη, λες και εξακολουθούσε να προσπαθεί να ξεστομίσει προσταγές, ανοίγοντας αγέρωχα το στόμα της σαν ιπποπόταμος στον Νείλο.

Μα δεν έβγαινε τίποτε. Οι φαραωνικές προσταγές της έμεναν άφωνες.

Κι εμείς καθόμασταν εκεί, έχοντας σκεπάσει όλους τους καθρέφτες για να μην ξαναπάει η Λόμπα να αναζητήσει μέσα τους το είδωλό της, ικετεύοντας, προσευχόμενες, παρακαλώντας να φτάσει επιτέλους εκείνο το αεροπλάνο που δεν πήγαινε πουθενά.

Όλες μας εκεί, σκουπίζοντας τον ιδρώτα της Λόμπα, λέγοντας Άβε Μαρίες και μουρμουρίζοντας αδερφίστικα κομποσκοίνια σαν μουσική υπόκρουση, χλωμές και τρεμάμενες όσο κι η ίδια η Λομπίτα, περιμένοντας τη στιγμή, το δευτερόλεπτο που θα πέθαινε και θα τελείωνε το μαρτύριο.

Μέσα σ’ εκείνη την άβυσσο, το μεταξένιο δέρμα της έλαμπε σαν μαύρος κρίνος. Σαν κύκνος από σκούρο φίλντισι, ο στολισμένος με κοσμήματα λαιμός της λύγιζε σαν κορδέλα.

Και τότε από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε ένα παγωμένο ρεύμα, σαν ανάσα από τον τάφο.

Η Λόμπα προσπάθησε να πει κάτι, να δώσει στα άκαμπτα χείλη της το σχήμα μιας κραυγής. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, σαν να ήθελε να πάρει μαζί της μια τελευταία φωτογραφία του κόσμου.

Τη βλέπαμε να φτερουγίζει απελπισμένα, παλεύοντας να μην την καταπιεί το σκοτάδι.

Νιώσαμε εκείνον τον παγωμένο αέρα που μας άφησε ακίνητες και άφωνες, ανίκανες να πάρουμε τα μάτια μας από τη Λομπίτα.

Στεκόμασταν γύρω της σαν χαζές, κοιτάζοντας την άβυσσο του στόματός της, βαθιά σαν μαύρο πηγάδι, όπου το μόνο που διακρινόταν ήταν η γλώσσα της.

Το όμορφο στόμα της είχε ανοίξει διάπλατα σαν τούνελ, σαν υπόνομος που είχε παρασύρει τη Λομπίτα στα βρόμικα νερά μιας σκοτεινής δίνης.

Επιτέλους συνήλθαμε και τρέξαμε στην άκρη εκείνου του γκρεμού, φωνάζοντας μέσα του:

— Μην πεθάνεις, Λομπίτα. Μη μας αφήνεις, καρδιά μου.

Κλαίγαμε κοιτάζοντας μέσα στον λαιμό της, απλώνοντας τα χέρια στο σκοτάδι για να πιάσουμε τα μαλλιά της καθώς έπεφτε.

Όλες προσπαθούσαμε να χωθούμε εκεί μέσα και να την τραβήξουμε πίσω στη ζωή.

Της πιάσαμε τα χέρια, της τρίψαμε τα πόδια, την ταρακουνήσαμε, την αγκαλιάσαμε, τη γεμίσαμε φιλιά, κλαίγοντας και γελώντας υστερικά· της φέραμε νερό, σκουντιόμασταν μεταξύ μας, χωρίς να ξέρουμε τι έπρεπε να κάνουμε, πώς να αντιμετωπίσουμε εκείνη την τόσο άκαιρη επίσκεψη της Κυρίας Θάνατου.

Κι επάνω σ’ εκείνο το ποτάμι από δάκρυα είδαμε τη φίλη μας να φεύγει, με το αεροπλάνο του AIDS που την πήρε με το στόμα ορθάνοιχτο και την ανέβασε στον ουρανό.

— Δεν μπορεί να φύγει έτσι, είπαμε εμείς, οι αδερφές της, τώρα που είχαμε κάπως ηρεμήσει. Δεν γίνεται να μείνει με το στόμα χάσκον, σαν πεινασμένος βάτραχος. Όχι αυτή που ήταν τόσο όμορφη, τόσο προσεκτική με την εμφάνισή της. Η Λόμπα Λαμάρ πρέπει να μείνει στη μνήμη όπως ήταν: ντίβα. Πρέπει να κάνουμε κάτι, γρήγορα. Φέρτε ένα φουλάρι να της κλείσουμε το στόμα πριν πετρώσει. Ένα αρκετά μεγάλο ώστε να περάσει κάτω απ’ το σαγόνι και πάνω από το κεφάλι.

— Όχι, όχι κίτρινο — το κίτρινο σημαίνει περιφρόνηση. Και ούτε πουά. Η Λομπίτα δεν θα φορούσε ποτέ τέτοια γελοία μαντίλα. Και προς Θεού όχι πράσινο — θα της θυμίζει τους μπάτσους, και ξέρετε πόσο τους μισούσε.

— Εκείνο το μπλε σιφόν με τις χρυσές κλωστές; Ναι, αυτό που πας να κρύψεις, τσιγκούνα αδερφή — έλεος πια, η φίλη σου μόλις πέθανε. Αυτό θα της πηγαίνει τέλεια.

— Και μην κάνεις τον κόμπο κάτω από το σαγόνι, λες και είναι Ρωσίδα χωριάτισσα ή η Χάιντι. Στο πλάι να τον δέσεις, προς το ένα αυτί, όπως φορούσε τα φουλάρια της η Λόλα Φλόρες. Ξέρεις πόσο τη λάτρευε η Λόμπα.

— Δέσ’ το καλά, σφιχτά, κι ας της πατικώσει λίγο το πρόσωπο. Και άφησέ το έτσι καμιά ώρα, ώσπου να πάρει το πρόσωπο το σχήμα και να σκληρύνει.

Για μια ώρα οι φίλες της έπλεναν το σώμα της με γάλα και άμυλο σαν να ήταν βασίλισσα της Βαβυλώνας, την άλειψαν με καυτό αποτριχωτικό κερί για να μείνει λεία σαν βυζί καλόγριας· η μία της έκανε μανικιούρ, κολλώντας πάνω στα δάχτυλά της κελύφη σαλιγκαριών και κοχύλια αντί για ψεύτικα νύχια, ενώ κάποια άλλη πριόνιζε τους κάλους και τους ρόζους της, ξύνοντας από τα πόδια της εκείνη την ασβεστωμένη βρόμα.

— Γιατί, αγάπη μου, δεν ήσουν και τόσο σκουρόχρωμη· απλώς με το σαπούνι δεν είχες και τις καλύτερες σχέσεις. Προτιμούσες να ρίχνεις από πάνω άλλη μια στρώση μακιγιάζ και άρωμα.

Έτσι της έλεγαν οι φίλες της ενώ έτριβαν τη Λομπίτα με χλωρίνη, καθώς εκείνη γινόταν σιγά σιγά άκαμπτη, κι ενώ της έβγαζαν τα φρύδια και της γύριζαν τις βλεφαρίδες με ένα καυτό κουτάλι.

Ύστερα έβγαλαν το φουλάρι από το πρόσωπό της για να την μακιγιάρουν και χάρηκαν βλέποντας πως η πίεση στο σαγόνι είχε σφραγίσει το στόμα της αεροστεγώς, σαν κρύπτη.

Μόνο που, καθώς είχαν τεντωθεί οι μύες του προσώπου της, τα σφιγμένα χείλη της Λόμπα είχαν παγώσει σ’ ένα μακάβριο χαμόγελο.

— Αχ, όχι! φώναξε κάποια. Η φίλη μου δεν μπορεί να θαφτεί έτσι, με χαμόγελο βαμπίρ. Φέρτε ζεστές πετσέτες να τη μαλακώσουμε. Όσο καυτές θέλετε· έτσι κι αλλιώς, η καημένη δεν πρόκειται να νιώσει τίποτα.

Μόλις όμως ακούμπησαν πάνω της οι καυτές πετσέτες, τα χείλη της Λόμπα τραβήχτηκαν προς τα πίσω σαν σε μοχθηρό γέλιο, καθώς τα νεύρα του προσώπου της τεντώθηκαν σαν ελατήρια.

— Θα ’λεγες πως μας κάνει πλάκα η άτιμη, γκρίνιαξε η Τόρα, μια θεόρατη αδερφή που στα νιάτα της ήταν παλαίστρια. Αφήστε την σ’ εμένα.

Και σωπάσαμε όλες, γιατί όταν θυμώνει η Τόρα δεν είναι για γέλια.

Μόνο της είπαμε να φερθεί στη Λόμπα με το μαλακό.

— Μη φοβάστε, είπε η Τόρα ρουθουνίζοντας. Δεν πρόκειται να με δείρει.

Κι έφυγε.

Γύρισε φορώντας τη στολή της πάλης: έναν κατακόκκινο μανδύα και μια διαβολική μάσκα, χάρη στην οποία είχε αποκτήσει το παρατσούκλι Εωσφόρος, η Ανίκητη Φλόγα.

Η Τόρα έκανε μερικά πηδήματα, δυο κάμψεις, ζητώντας χειροκρότημα. Ύστερα, μέσα σε σαματά αντάξιο αρένας ταυρομαχιών στην Ανδαλουσία, σοβάρεψε και σταμάτησε τις φωνές μ’ ένα δυνατό:

— Σσσσσ!

Ήθελε να συγκεντρωθεί.

Ούτε μύγα δεν ακουγόταν όταν γονάτισε στα πόδια του κρεβατιού και έκανε τον σταυρό της.

Ύστερα όρμησε πάνω στο πτώμα και άρχισε να το χαστουκίζει.

Το μόνο που ακουγόταν ήταν πλατς-πλατς, καθώς η Τόρα σφυροκοπούσε το πρόσωπο της Λόμπα μέχρι που το έκανε πολτό.

Έπειτα, με το ένα τεράστιο χέρι της, έπιασε τα μάγουλα της Λόμπα ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη και τα έσφιξε, ώσπου τα χείλη της σχημάτισαν ένα σουφρωμένο τριαντάφυλλο.

— Έτσι, μέσα τα μαγουλάκια, αγάπη μου. Ρούφα τα. Σαν τη Μέριλιν Μονρόε.

Και κράτησε το πρόσωπό της έτσι σχεδόν μία ώρα, ώσπου η σάρκα της Λόμπα ξαναβρήκε τη νεκρική της ακαμψία.

Μόνο τότε η Τόρα την άφησε.

Και μπορέσαμε όλες να θαυμάσουμε το εξαίσιο αποτέλεσμα της νεκρόφιλης χειροτεχνίας της.

Μείναμε να την κοιτάμε με την καρδιά στο στόμα.

Τα χείλη της Λόμπα ήταν σουφρωμένα.

Μας έστελνε ένα φιλί.

— Θα πρέπει να κρύψουμε τις μελανιές, είπε κάποια βγάζοντας μια πούδρα Angel Face.

— Και γιατί να μπούμε στον κόπο;

Το ροζ του τριαντάφυλλου ταιριάζει υπέροχα με το μωβ.


(1) Το AZT είναι η ζιδοβουδίνη (zidovudine), ένα από τα πρώτα αντιρετροϊκά φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν κατά του HIV/AIDS.


*Πρωτότυπος τίτλος: El último beso de Loba Lamar (crespones de seda en mi despedida… por favor)

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο Loco afán: Crónicas de sidario, τη συλλογή χρονικών που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1996 στο Σαντιάγο της Χιλής από τις LOM Ediciones.


Pedro Lemebel (1952–2015). Μία από τις πιο ριζοσπαστικές και ιδιοσυγκρασιακές queer φωνές της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Συγγραφική, πολιτική και περφόρμανς παρουσία που γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια των λαϊκών συνοικιών του Σαντιάγο, στη δικτατορία του Augusto Pinochet, στην επιδημία του AIDS και στους αγώνες της χιλιανής Αριστεράς — μιας Αριστεράς απέναντι στην οποία η γραφή του Lemebel δεν έπαψε ποτέ να είναι ανελέητη όταν συναντούσε τον ματσισμό και την ομοφοβία της.


Στην καρδιά αυτής της γραφής βρίσκεται η loca.

Ο Lemebel ιδιοποιείται τη λέξη και τη μετατρέπει σε πολιτική και λογοτεχνική θέση. Μια θηλυκότητα, φτωχή, ανυπάκουη queer παρουσία που δεν χωρά εύκολα σε κατηγορίες. Γι’ αυτό και εδώ ο όρος loca διατηρείται στο πρωτότυπο.

Στο «Τελευταίο φιλί της Λόμπα Λαμάρ», βλέπουμε τις τελευταίες ημέρες της Loba Lamar, μιας μαύρης loca από το Βαλπαραΐσο που πεθαίνει από AIDS, περιστοιχισμένη από τις φίλες της.


Η παρούσα ελληνική απόδοση βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση της Margaret Jull Costa, η οποία δημοσιεύτηκε ως:

Pedro Lemebel, “Loba Lamar’s Last Kiss (Silk Crepe Ribbons at My Funeral… Please)”, translated by Margaret Jull Costa, Grand Street, No. 70, Spring 2002, pp. 156–162.

DOI: 10.2307/25008605JSTOR: 25008605

Πρωτότυπο: Pedro Lemebel, “El último beso de Loba Lamar (crespones de seda en mi despedida… por favor)”, στο Loco afán: Crónicas de sidario, Santiago de Chile: LOM Ediciones, 1996.

Ελληνική απόδοση: [Garbola tsak/ ANANSI TACTICS]

 
 
 

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page