top of page

Η επανάσταση της Γερμανίας

  • 26 Ιαν
  • διαβάστηκε 4 λεπτά
Νοέμβριος 1918: Ναύτες του Prinzregent Luitpold ποζάρουν με πινακίδα του “Soldatenrat” («Ζήτω η σοσιαλιστική δημοκρατία») — εμβληματική εικόνα της γερμανικής συμβουλιακής κίνησης (Rätebewegung)
Νοέμβριος 1918: Ναύτες του Prinzregent Luitpold ποζάρουν με πινακίδα του “Soldatenrat” («Ζήτω η σοσιαλιστική δημοκρατία») — εμβληματική εικόνα της γερμανικής συμβουλιακής κίνησης (Rätebewegung)

Το άρθρο του Brian Peterson με τίτλο Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung συνιστά μια από τις πιο συστηματικές και θεωρητικά φορτισμένες παρεμβάσεις στη συζήτηση γύρω από τη Γερμανική Επανάσταση του 1918–1919 και το κίνημα των Εργατικών και Στρατιωτικών Συμβουλίων. Ο Peterson προσεγγίζει την ιστοριογραφία των Räte όχι απλώς ως ιστορικό υλικό, αλλά ως πεδίο πολιτικής θεωρίας, στο οποίο συμπυκνώνονται θεμελιώδη ερωτήματα για τη φύση της επαναστατικής εξουσίας, τα όρια του κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού και τη δυναμική της εργατικής αυτοκυβέρνησης.


Η επαναστατική κρίση που ξέσπασε τον Νοέμβριο του 1918 έθεσε σε κίνηση μια μορφή πολιτικής οργάνωσης που δεν μπορούσε να ενταχθεί εύκολα στα υπάρχοντα θεσμικά σχήματα. Τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια αναδύθηκαν ως άμεση απάντηση στη διάλυση της κρατικής εξουσίας και στην ανάγκη των μαζών να ρυθμίσουν συλλογικά τη ζωή, την παραγωγή και την ασφάλεια. Παράλληλα, η συγκρότηση του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων και η προοπτική της Εθνικής Συνέλευσης εισήγαγαν εκ νέου το κοινοβουλευτικό στοιχείο. Το αποτέλεσμα ήταν μια κατάσταση που ο Peterson, ακολουθώντας τη μαρξιστική παράδοση, περιγράφει ως δυαδική εξουσία: δύο ανταγωνιστικά κέντρα νομιμοποίησης και επιβολής πολιτικής, που συνυπάρχουν προσωρινά στο ίδιο κοινωνικό πεδίο.


Οι ιστορικοί της «σχολής των Räte» ερμηνεύουν αυτή τη δυαδική εξουσία ως εν δυνάμει σταθεροποιήσιμη. Κατά την άποψή τους, τα συμβούλια μπορούσαν να λειτουργήσουν ως όργανα ελέγχου και εκδημοκρατισμού του κράτους, ενώ το κοινοβούλιο θα διατηρούσε τον ρόλο του ανώτατου νομοθετικού σώματος. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι η εργατική τάξη επιθυμούσε πρωτίστως τη δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους και όχι τη ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Έτσι, η αποτυχία της επανάστασης αποδίδεται είτε στον «ανεύθυνο ριζοσπαστισμό» της επαναστατικής Αριστεράς είτε στη διστακτικότητα της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας.


Ο Peterson αποδομεί αυτή τη θέση σε θεωρητικό επίπεδο. Υποστηρίζει ότι η δυαδική εξουσία δεν είναι απλώς ένα ιστορικό στάδιο που μπορεί να παραταθεί επ’ αόριστον, αλλά μια δομικά ασταθής κατάσταση. Αντλώντας από την ανάλυση της Ρωσικής Επανάστασης, και ιδιαίτερα από τη θεωρία του Τρότσκι, επισημαίνει ότι η δυαδική εξουσία εμπεριέχει μια εσωτερική τάση προς όξυνση. Τα όργανα εργατικής εξουσίας, ακόμη κι όταν ξεκινούν με μετριοπαθείς στόχους, αναγκάζονται μέσα από την ίδια τους τη λειτουργία να επεκτείνουν τον έλεγχό τους από την πολιτική σφαίρα στην οικονομία και την παραγωγή. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοκρατική επανάσταση μετασχηματίζεται αναγκαστικά σε κοινωνική και σοσιαλιστική.


Στη γερμανική περίπτωση, αυτή η δυναμική εκφράστηκε κυρίως μέσω των εργοστασιακών συμβουλίων. Τα Betriebsräte δεν περιορίστηκαν στην εκπροσώπηση των εργατών απέναντι στο κράτος, αλλά αμφισβήτησαν άμεσα το δικαίωμα των καπιταλιστών να ελέγχουν τη διαδικασία της παραγωγής. Η πρακτική εμπειρία του εργατικού ελέγχου καλλιέργησε μια ριζοσπαστικοποίηση που δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την απλή επιστροφή στην κοινοβουλευτική κανονικότητα. Κατά τον Peterson, ακριβώς αυτή η δυναμική δείχνει γιατί η ιδέα μιας αρμονικής συνύπαρξης συμβουλίων και κοινοβουλίου αποτελεί πολιτική αυταπάτη.


Από αυτή την οπτική, η στάση του Έμπερτ και της ηγεσίας του SPD δεν εμφανίζεται ως «παρεξήγηση» ή έλλειψη πολιτικής διορατικότητας, αλλά ως συνειδητή επιλογή. Ο Έμπερτ κατανοούσε ότι η διατήρηση των συμβουλίων, ακόμη και σε περιορισμένο ρόλο, θα ενίσχυε τη δυναμική της δυαδικής εξουσίας και θα καθιστούσε αδύνατη τη σταθεροποίηση ενός κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού. Η χρήση των Freikorps και η συμμαχία με τον παλιό κρατικό μηχανισμό αποτελούσαν, επομένως, λογική απάντηση από τη σκοπιά της διατήρησης της αστικής κρατικής μορφής.


Ο Peterson προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η εμπειρία των Räte λειτούργησε παιδευτικά για την εργατική τάξη. Οι εργάτες, μέσα από τις συγκρούσεις του 1919, έμαθαν στην πράξη ότι ο έλεγχος του κράτους και της οικονομίας δεν μπορεί να μοιραστεί μόνιμα με την αστική τάξη. Αν και η επανάσταση ηττήθηκε, η εμπειρία αυτή αποκάλυψε τα όρια της κοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας και τη δομική αντίφαση κάθε απόπειρας «ειρηνικής» συνύπαρξης ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικά κοινωνικά συστήματα.


Στο τελικό του συμπέρασμα, ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη συμβολή των ιστορικών των Räte στην κατανόηση της γερμανικής εργατικής τάξης, αλλά τους ασκεί κριτική επειδή παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια αμυντική, αντιφασιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Κατά τον Peterson, η επιμονή τους στη δυνατότητα διαρκούς δυαδικής εξουσίας υποτιμά τη ριζοσπαστική δυναμική της εργατικής αυτοοργάνωσης και συγκαλύπτει το θεμελιώδες δίλημμα που θέτει κάθε επαναστατική κρίση: είτε εμβάθυνση της εργατικής εξουσίας είτε αντεπανάσταση. Το Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung καταλήγει έτσι σε ένα θεωρητικό συμπέρασμα με διαχρονική σημασία: η εργατική τάξη, ακόμη και όταν ξεκινά με μετριοπαθείς στόχους, τείνει μέσα από την ίδια της τη δράση να αμφισβητεί συνολικά τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας, καθιστώντας τη δυαδική εξουσία όχι λύση, αλλά μεταβατικό και εκρηκτικό στάδιο.


Κείμενα έμπνευσης

  • Peterson, Brian (1975). Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung. New German Critique, No. 4 (Winter), 113–124.

  • Kolb, Eberhard (1962). Die Arbeiterräte in der deutschen Innenpolitik, 1918–1919. Düsseldorf: Droste Verlag.

  • Rürup, Reinhard (1968). Problems of the German Revolution, 1918–19. Journal of Contemporary History, 3(4), 109–135.

  • Broué, Pierre (2006 [πρώτη έκδοση 1971]). The German Revolution, 1917–1923. Haymarket Books.

  • Ryder, A. J. (1967). The German Revolution of 1918: A Study of German Socialism in War and Revolt. Cambridge: Cambridge University Press.

  • Weipert, Axel (2015). Die zweite Revolution: Rätebewegung in Berlin 1919/1920. Berlin: Be.bra Wissenschaft Verlag.

  • Trotsky, Leon (1930). The History of the Russian Revolution. (για το σχήμα/δυναμική της «δυαδικής εξουσίας»)

  • Pannekoek, Anton (1947/48). Workers’ Councils. (για τη συμβουλιακή δημοκρατία ως μορφή εργατικής αυτοκυβέρνησης)

© Bundesarchiv, Bild 183-J0908-0600-002 (Novemberrevolution, Matrosenaufstand) / Fotograf: o.Ang. / CC BY-SA 3.0 DE.(Φωτογραφία κειμένου)



Κείμενο: Αριστόνικος

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page