Η Επιστροφή του Σκοταδισμού: Πολιτική Προσωπικότητα, Ψυχομετρική Εξουσία και η Αμερικανική Κατάρρευση του Ορθολογισμού
- 25 Ιαν
- διαβάστηκε 5 λεπτά

Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι το φαινόμενο Τραμπ δεν συνιστά ιστορική ανωμαλία, αλλά την ώριμη έκφραση μιας μακράς διαδικασίας αποσύνθεσης του αμερικανικού πολιτισμικού και πολιτικού υποκειμένου. Αξιοποιώντας αφενός το ψυχοδιαγνωστικό πλαίσιο πολιτικής προσωπικότητας του Aubrey Immelman και αφετέρου τη σύγχρονη έρευνα των Zarouali et al. για την ψυχομετρική πολιτική χειραγώγηση, το άρθρο εντάσσει την άνοδο του Τραμπ σε μια ευρύτερη κριτική θεωρητική παράδοση, αυτή της Σχολής της Φρανκφούρτης. Υποστηρίζεται ότι η μετάβαση από τον μεταπολεμικό ορθολογικό διεθνισμό σε έναν νέο πολιτικό σκοταδισμό δεν αποτελεί απλώς πολιτική μετατόπιση, αλλά ψυχολογική και πολιτισμική μετάλλαξη, όπου η προσωπικότητα του ηγέτη, η αλγοριθμική τεχνολογία και η μάζα συγκροτούν ένα μετα-δημοκρατικό καθεστώς συναισθηματικής εξουσίας.
Η μεταπολεμική διεθνής τάξη πραγμάτων δεν ήταν απλώς ένα σύστημα γεωπολιτικής ισορροπίας. Αποτελούσε τη θεσμική απόπειρα ενσάρκωσης των βασικών υποσχέσεων του Διαφωτισμού: την υπεροχή του κανόνα έναντι της αυθαιρεσίας, του δικαίου έναντι της ισχύος και των θεσμών έναντι των προσώπων (Horkheimer & Adorno, 1947/2002). Ο ορθολογικός διεθνισμός μετά το 1945 προϋπέθετε όχι μόνο θεσμούς, αλλά και συγκεκριμένο τύπο πολιτικού υποκειμένου: πολίτες και ηγέτες ικανούς να αποδέχονται περιορισμούς, να σκέφτονται αφηρημένα και να συγκρατούν τα πρωτογενή ναρκισσιστικά και επιθετικά τους ένστικτα.
Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση της πολιτικής προσωπικότητας που προτείνει ο Immelman είναι κρίσιμη. Η πολιτική προσωπικότητα, στο πλαίσιο του μοντέλου του Millon, δεν αποτελεί σύνολο επιφανειακών χαρακτηριστικών, αλλά βαθιά, σταθερή δομή που οργανώνει το self-image, το γνωστικό στυλ, τις αντιλήψεις και τους μηχανισμούς άμυνας του ηγέτη (Immelman, 1993). Η μεταπολεμική τάξη απαιτούσε προσωπικότητες υψηλής γνωστικής πολυπλοκότητας και εσωτερικευμένων ορίων. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η ίδια κοινωνία που ηγήθηκε αυτής της τάξης άρχισε να παράγει, ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, το αντίθετο ψυχολογικό υπόστρωμα.
Από το 1940 και έπειτα, η αμερικανική κοινωνία συγκροτήθηκε μέσα από έναν δομικό αντικομμουνισμό που λειτούργησε όχι μόνο ως εξωτερική πολιτική στρατηγική αλλά ως εσωτερική κοσμοθεωρία. Κάθε μορφή συλλογικής σκέψης, θεωρητικής πολυπλοκότητας ή διανοητικής αμφισημίας αντιμετωπίστηκε ως απειλή. Ο ακραίος ατομικισμός, ενισχυμένος από τον νεοφιλελευθερισμό, αποσύνδεσε το άτομο από κάθε έννοια συλλογικού ορθολογισμού, ενώ ο θρησκευτικός και πολιτισμικός συντηρητισμός λειτούργησε ως αντι-διανοητικός μηχανισμός άμυνας. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή ενός υποκειμένου που δεν εμπιστεύεται τη σκέψη αλλά το συναίσθημα, δεν αναζητά εξήγηση αλλά ταύτιση και δεν αντέχει την πολυπλοκότητα αλλά χρειάζεται εχθρούς.
Η διάγνωση αυτή συνομιλεί άμεσα με την ανάλυση της αυταρχικής προσωπικότητας της Σχολής της Φρανκφούρτης. Για τον Adorno και τους συνεργάτες του, η αυταρχική προσωπικότητα δεν αποτελεί παθολογία περιθωρίου αλλά κοινωνικά παραγόμενο ψυχικό σχήμα, ικανό να υπακούει στην ισχύ, να επιτίθεται στους αδύναμους και να απορρίπτει την αμφισημία (Adorno et al., 1950). Ο Τραμπ, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι πολιτική παρέκκλιση αλλά κανονικότητα: η καθαρότερη έκφραση μιας κοινωνίας που έχει ήδη απολέσει την ικανότητα κριτικής αυτοσχέτισης.
Η προσωπικότητά του συγκροτείται γύρω από ένα υπερδιογκωμένο self-image, χαμηλή γνωστική πολυπλοκότητα και συστηματική αδυναμία αποδοχής θεσμικών ορίων, χαρακτηριστικά που το μοντέλο του Immelman επιτρέπει να αναλυθούν όχι ως ιδιοτροπία αλλά ως δομικό πολιτικό φαινόμενο (Immelman, 1993). Ωστόσο, η ιστορική του ισχύς δεν προκύπτει από την ατομική του ψυχολογία, αλλά από τη συντονισμένη ταύτισή του με μια κοινωνία που βιώνει φόβο, ταπείνωση και θυμό.
Δεν βρισκόμαστε πλέον στο πεδίο της ιδεολογικής σύγκρουσης με την κλασική έννοια. Η αντιπαράθεση προγραμμάτων, αξιακών συστημάτων ή κοσμοθεωριών έχει υποχωρήσει υπέρ μιας νέας μορφής πολιτικής πρακτικής, όπου το κεντρικό διακύβευμα δεν είναι η πειθώ μέσω λόγου αλλά η ενεργοποίηση συναισθηματικών προδιαθέσεων. Η πολιτική επικοινωνία δεν απευθύνεται πια σε πολίτες ως φορείς κρίσης, αλλά σε υποκείμενα των οποίων οι ψυχολογικές ευαλωτότητες μπορούν να χαρτογραφηθούν, να προβλεφθούν και να αξιοποιηθούν στρατηγικά.
Η έρευνα γύρω από το personality profiling και το political microtargeting δείχνει ότι η συναισθηματική κινητοποίηση δεν είναι τυχαία ούτε ομοιόμορφη. Ο φόβος, το άγχος και η αίσθηση απειλής ενεργοποιούνται συστηματικά σε υποκείμενα με χαρακτηριστικά εσωστρέφειας, όπου η αυξημένη ευαισθησία σε αρνητικά ερεθίσματα και η τάση προς εσωτερική επεξεργασία καθιστούν τα μηνύματα απειλής ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Αντίστοιχα, ο ενθουσιασμός, η επιθετικότητα και η αίσθηση συλλογικής ισχύος ενεργοποιούνται σε εξωστρεφή υποκείμενα, για τα οποία η πολιτική εμπειρία μετατρέπεται σε θέαμα δράσης, σύγκρουσης και ταύτισης.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν αποτελεί απλώς βελτίωση τεχνικών επικοινωνίας. Συνιστά ποιοτική μεταβολή στη φύση της πολιτικής εξουσίας. Ο πολίτης παύει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό ον, δηλαδή ως υποκείμενο ικανό για ορθολογική κρίση, αναστοχασμό και ηθική στάθμιση, και μετατρέπεται σε ψυχολογικό προφίλ προς διαχείριση. Η πολιτική πράξη μετατοπίζεται από το επίπεδο της δημόσιας σφαίρας στο επίπεδο της ιδιωτικής ψυχικής δομής.
Υπό αυτό το πρίσμα, δεν πρόκειται απλώς για χειραγώγηση με την παραδοσιακή έννοια της προπαγάνδας. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: για την αποδόμηση της ίδιας της προϋπόθεσης της δημοκρατίας ως διαδικασίας σκέψης. Όταν η πολιτική αποτελεσματικότητα μετριέται με όρους συναισθηματικού συντονισμού και όχι κατανόησης, η κριτική ικανότητα δεν καταστέλλεται βίαια· καθίσταται περιττή. Η δημοκρατία δεν ακυρώνεται θεσμικά, αλλά αδειάζει από το εσωτερικό της, καθώς ο ορθολογικός λόγος αντικαθίσταται από αλγοριθμικά βελτιστοποιημένες μορφές συναισθηματικής υπακοής.
Εδώ ο εργαλειακός ορθολογισμός, όπως τον περιέγραψαν οι Horkheimer και Adorno, φτάνει στο αποκορύφωμά του. Η γνώση δεν αποσκοπεί πλέον στη χειραφέτηση, αλλά στη διαχείριση και την πρόβλεψη. Η κουλτούρα-βιομηχανία μετασχηματίζεται σε αλγοριθμική ψυχοεξουσία, όπου η σκέψη παρακάμπτεται συστηματικά μέσω συναισθηματικού συντονισμού. Η δημοκρατία δεν καταργείται θεσμικά· αδειάζει υπαρξιακά.
Η κατάρρευση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από αυτή την ψυχολογική μετάλλαξη. Οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου προϋποθέτουν υποκείμενα ικανά να αποδέχονται αφηρημένους κανόνες και περιορισμούς. Όταν κυριαρχεί η αυταρχική ψυχική δομή, κάθε κανόνας βιώνεται ως προσβολή. Η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται σε προέκταση ενός πληγωμένου συλλογικού Εγώ.
Η αποδόμηση του διεθνούς δικαίου, η περιφρόνηση των συμμαχιών και η προσωποποίηση της ισχύος δεν είναι στρατηγικές επιλογές· είναι πολιτισμικά συμπτώματα. Η πολιτική προσωπικότητα του ηγέτη, η ψυχομετρική διακυβέρνηση των μαζών και η κατάρρευση του ορθολογικού λόγου συγκλίνουν σε ένα νέο καθεστώς: μετα-δημοκρατικό, μετα-ορθολογικό και βαθιά αυταρχικό.
Ο Immelman μας δείχνει πώς μοιάζει η πολιτική προσωπικότητα σε συνθήκες κρίσης. Οι Zarouali et al. μας δείχνουν πώς κατασκευάζεται η μαζική υπακοή χωρίς βία. Η Σχολή της Φρανκφούρτης μας είχε ήδη προειδοποιήσει ότι ο Διαφωτισμός, αν δεν αυτοκριθεί, θα μετατραπεί στο αντίθετό του.
Ο Τραμπ είναι η σύνθεση αυτών των τριών.
Όχι ως εξαίρεση.
Αλλά ως προειδοποίηση.
Κείμενα έμπνευσης
Adorno, T. W., Frenkel-Brunswik, E., Levinson, D. J., & Sanford, R. N. (1950). The Authoritarian Personality. New York: Harper & Row.
Horkheimer, M., & Adorno, T. W. (2002). Dialectic of Enlightenment (μετ. John Cumming). Stanford: Stanford University Press. (πρωτότυπο 1947)
Immelman, A. (1993). The assessment of political personality: A psychodiagnostically relevant conceptualization and methodology. Political Psychology, 14(4), 725–741.
Millon, T. (1990). Toward a New Personology: An Evolutionary Model. New York: Wiley.
Zarouali, B., Dobber, T., De Pauw, G., & de Vreese, C. H. (2020). Using a personality-profiling algorithm to investigate political microtargeting. Communication Research, 47(6), 1–26.
κείμενο: Αριστόνικος_



Σχόλια