top of page

Οι βοηθοί της ήττας

  • 18 Ιαν
  • διαβάστηκε 4 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 28 Ιαν



Στο δοκίμιο «Οι βοηθοί», που βρίσκεται στο βιβλίο Βεβηλώσεις, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν κοιτάζει τα παράξενα πλάσματα που παρελαύνουν στα μυθιστορήματα του Κάφκα: τους «βοηθούς» ( Gehilfen ) που δεν βοηθούν, δεν καταλαβαίνουν, δεν έχουν χάρισμα, προκαλούν μπελάδες — κι όμως μένουν εκεί, κολλημένοι πάνω στη ζωή μας σαν σκιά. Είναι ύποπτοι, ενοχλητικοί, γελοίοι και, ταυτόχρονα, διορατικοί: σαν αγγελιοφόροι που αγνοούν το περιεχόμενο του μηνύματος που κουβαλούν. Κάποιος —δεν ξέρουμε ποιος— τους εμπιστεύτηκε σε μας, και δεν ξεφορτωνόμαστε εύκολα την παρουσία τους.


Από αυτή την "αποτυχημένη βοήθεια" ξεκινάει κι εδώ μια πολιτική σκέψη: μήπως υπάρχει μια μορφή αντίστασης που δεν μοιάζει με δύναμη, σχέδιο, σοβαρότητα — αλλά με κάτι ενδιάμεσο, αδέξιο, ανολοκλήρωτο; Μήπως το πιο πολύτιμο υλικό της πολιτικής δεν βρίσκεται στις κορυφές, αλλά στις χαμηλές, ντροπιασμένες, παρακατιανές μορφές της ζωής;


Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που δεν τους αγαπά η ιστορία. Δεν τους αγαπά ούτε η πολιτική, όπως την έχουμε μάθει: με τα μεγάλα ονόματα, τα καθαρά προγράμματα, τις ευθείες γραμμές που καταλήγουν σε νίκες ή σε συντριβές. Είναι οι "βοηθοί".


Δεν μιλάω για τους βοηθούς όπως τους πουλάει η ιεραρχία — τους υπασπιστές, τους γραμματείς, τους επιτελείς. Μιλάω για τους άλλους: εκείνους που μοιάζουν να μην βοηθούν σε τίποτα. Τους αδέξιους, τους άχρηστους, τους ενοχλητικούς, αυτούς που εμφανίζονται στα λάθος σημεία και στις λάθος ώρες, με μια ανόητη επιμονή. Αυτούς που δεν έχουν "χάρισμα", δεν καταλαβαίνουν τη μεγάλη στρατηγική, δεν μπορούν να εκφέρουν γραμμή, και όμως — κάπως, με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί να αποδείξει — η παρουσία τους αλλάζει τη σκηνή.


Το κίνημα δεν ξέρει τι να τους κάνει. Η οργάνωση τους φοβάται. Η συλλογικότητα τους ανέχεται μέχρι να έρθει η στιγμή που "πρέπει να σοβαρευτούμε". Και τότε, συνήθως, τους προδίδει: με τον πιο ευγενικό τρόπο, με ένα χαμόγελο, με μια τελική φράση που μοιάζει πρακτική και είναι βίαιη: "δεν γίνεται δουλειά έτσι".


Η επαναστατική φαντασία έχει εκπαιδευτεί να λατρεύει την πυραμίδα: εκεί όπου οι ρόλοι είναι καθαροί, η ευθύνη συγκεντρώνεται, η σιωπή γίνεται πειθαρχία, και η ιστορία μπορεί να γραφτεί σαν χρονικό. Όμως οι βοηθοί είναι από τη φύση τους αντι-πυραμιδικοί. Δεν πιάνουν σταθερή θέση. Δεν έχουν σαφές περίγραμμα. Μπορούν να μοιάζουν με απεσταλμένους του εχθρού ή με άγγελους που δεν ξέρουν το μήνυμα που κουβαλούν. Κι αυτό ακριβώς τους κάνει επικίνδυνους: δεν υπακούουν στην τάξη των πραγμάτων. Υπακούουν σε κάτι άλλο — σε μια ακατανόητη πίστη ότι "κάτι δεν τελείωσε".


Το πιο πολιτικό σκάνδαλο των βοηθών είναι ότι δεν μας επιτρέπουν να ξεχάσουμε. Δεν μας αφήνουν να κλείσουμε την υπόθεση. Εκεί που θα θέλαμε να διαγράψουμε τα "λάθη", τις αδυναμίες, τους ανθρώπους που δεν απέδωσαν, τους νεκρούς που δεν εξυπηρετούν το αφήγημα, τις επιθυμίες που δεν δικαιώθηκαν, οι βοηθοί επιστρέφουν σαν ένα μικρό τσίμπημα στη γλώσσα: "μήπως αυτό που πέταξες ήταν ακριβώς το απαραίτητο;"


Υπάρχει μια χυδαία μορφή πολιτικού ρεαλισμού που λατρεύει τη σοβαρότητα. Τη σοβαρότητα του σχεδιασμού, των αριθμών, των αποτελεσμάτων, της "ωριμότητας". Αλλά η σοβαρότητα αυτή είναι συχνά ένας τρόπος να αποκρύψεις ότι φοβάσαι. Φοβάσαι το ατελές, το μη μετρήσιμο, το γελοίο, το παιδικό — δηλαδή φοβάσαι την ίδια την ελευθερία. Γιατί η ελευθερία δεν είναι ένα πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Είναι μια κατάσταση που ανοιγοκλείνει σαν πληγή: δεν ελέγχεται, δεν "τρέχει" σύμφωνα με τις ανάγκες μας.


Οι βοηθοί είναι ο θόρυβος αυτής της πληγής.


Σε κάθε πραγματική αντίσταση υπάρχει μια τεράστια σιωπηλή εργασία που δεν παίρνει ποτέ τίτλο: κουβαλήματα, μαγειρέματα, διερμηνείες, φροντίδα, κρύψιμο, επιδιόρθωση, άγρυπνες νύχτες, ένα τηλεφώνημα που έγινε "κατά τύχη", ένας άνθρωπος που έμεινε τελευταίος να μαζέψει τις καρέκλες, μια "άχρηστη" παρουσία που τελικά κράτησε κάποιον ζωντανό. Αυτή η εργασία δεν είναι απλώς υποστηρικτική. Είναι το ίδιο το υλικό της πολιτικής. Κι όμως, το βλέμμα μας — εκπαιδευμένο από την πυραμίδα — τη θεωρεί δευτερεύουσα. Θέλει να την κρύψει, γιατί η φροντίδα δεν μοιάζει με δύναμη. Μοιάζει με αδυναμία.


Οι βοηθοί αποκαλύπτουν ότι η "δύναμη" της εξουσίας είναι φτιαγμένη από μια απάτη: ότι το σοβαρό ταυτίζεται με το σωστό. Οι βοηθοί, με την αδεξιότητά τους, δείχνουν κάτι άλλο: ότι το σωστό μπορεί να είναι αδέξιο, ότι το αληθινό μπορεί να είναι γελοίο, ότι αυτό που θα μας σώσει μπορεί να εμφανιστεί σε μορφή ντροπής.


Το αστείο είναι πως οι βοηθοί δεν υπόσχονται σωτηρία. Συχνά επιμένουν ότι "δεν μπορεί να γίνει τίποτα". Και όμως, αυτή η άρνηση είναι μια άλλη μορφή ελπίδας. Γιατί κόβει τον εκβιασμό της επιτυχίας. Μας ελευθερώνει από την ιδέα ότι η πολιτική αξίζει μόνο αν αποδίδει. Μας επιστρέφει σε μια πιο επικίνδυνη ηθική: ότι η πολιτική αξίζει επειδή είναι σχέση — σχέση με τους ζωντανούς, με τους νεκρούς, με το χαμένο, με αυτό που δεν εισακούστηκε.


Η ιστορία των κινημάτων είναι γεμάτη από "χαμένους συντρόφους". Όχι μόνο αυτούς που θυσιάστηκαν, αλλά και αυτούς που χάθηκαν μέσα σε διασπάσεις, σε κούραση, σε εξευτελισμούς, σε σιωπές. Η κανονική πολιτική θέλει να τους ξεγράψει: δεν κάνουν για το ταξίδι, ας προχωρήσουμε. Οι βοηθοί όμως είναι η μορφή της σχέσης με αυτό που χάθηκε. Είναι η άρνηση να κάνεις τον πόνο σου λογιστική.


Κι εδώ είναι το σημείο που η σκέψη γίνεται πράξη: μια οργάνωση που δεν έχει χώρο για τους βοηθούς της, είναι μια οργάνωση που χτίζει ήδη το κράτος της. Ένα κίνημα που δεν αντέχει το αδέξιο, το αργό, το ανολοκλήρωτο, είναι ένα κίνημα που έχει ήδη διαλέξει τον εχθρό του: όχι "έξω", αλλά "μέσα". Είναι ένα κίνημα που προετοιμάζει, χωρίς να το ξέρει, την προδοσία του.


Δεν λέω να λατρέψουμε την αδυναμία. Λέω να μάθουμε να αναγνωρίζουμε πού κρύβεται η πραγματική ισχύς: όχι στην κορυφή, αλλά στο χαμηλό, στο ντροπιασμένο, στο γελοίο, στο "δεν ξέρω". Εκεί όπου η πυραμίδα δεν έχει λέξεις. Εκεί όπου η πολιτική γίνεται ξανά ανθρώπινη: ατελής, τρεμάμενη, αλλά ζωντανή.


Ίσως οι βοηθοί δεν μας βοηθούν με έργο. Ίσως μας βοηθούν με κάτι πιο σπάνιο: με το να μην μας αφήνουν να γίνουμε ολοστρόγγυλα μηδενικά. Με το να μας κρατούν, πεισματικά, σε μια ενδιάμεση ζώνη όπου η ήττα δεν είναι τέλος και η νίκη δεν είναι δικαιολογία.



Κι αν, στο τέλος, τους προδώσουμε — όπως σχεδόν πάντα κάνουμε — θα είναι γιατί μας είπαν την πιο αβάσταχτη αλήθεια: ότι η σοβαρότητά μας ήταν φόβος. Και ότι το Βασίλειο — αυτό που λέγαμε ελευθερία, δικαιοσύνη, κοινότητα — εμφανίζεται πρώτα σε μορφές ύποπτες, άτεχνες, ντροπιασμένες. Σαν βοηθός.


Διαβάστε επίσης:


- Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Βεβηλώσεις (πρωτ. Profanazioni), μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Άγρα, 2006.


- Walter Benjamin, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, Άγρα, 2005.


- Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Μέσα χωρίς σκοπό: Σημειώσεις για την πολιτική και Τι είναι μια διάταξη (πρωτ. Mezzi senza fine), μτφρ. Αθηνά Παπαναγιώτου & Θάνος Ζαρταλούδης, Νήσος

κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

1 Σχόλιο


black_cat
28 Ιαν

εμπνευστικό κείμενο...όχι επειδή «εξηγεί» τα κινήματα... αλλά επειδή πιάνει κάτι που συνήθως μένει εκτός κάδρου: ότι η πολιτική δεν είναι μόνο απόφαση/γραμμή/νίκη (παίζει πάρα πολύ αυτό σε πολλες διαδικασίες), είναι και το υπόστρωμα σχέσεων που κρατάει τον κόσμο όρθιο όταν όλα τρίζουν.

Και ίσως εκεί αξίζει να το πάμε λίγο παραπέρα: οι «βοηθοί» δεν είναι απλώς οι αδέξιοι ή οι “δευτερεύοντες”. Είναι μια μορφή πολιτικής που φαίνεται σαν ασημαντότητα, αλλά στην πράξη λειτουργεί σαν αντισώμα απέναντι σε δύο κινδύνους που στοιχειώνουν κάθε κίνημα: την κτητική σοβαρότητα και τον κυνισμό της απόδοσης.

Μου αρέσει

© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page