top of page

Cotita de la Encarnación

  • 13 Αυγ
  • διαβάστηκε 15 λεπτά

Camila Sosa Villada*


Δώσαμε πάνω από εκατό ονόματα όταν άρχισαν να μας βασανίζουν. Δεν θέλαμε να στείλουμε κανέναν στην πυρά, μα το ξύλο και ο φόβος αψήφησαν τη θέλησή μας και μας έκαναν καταδότριες. Κάθε καταγγελία γεννούσε κι άλλη μνησικακία. Στο τέλος, αναγκασμένες να μιλήσουμε, σφίγγαμε τόσο δυνατά τα δόντια που άρχισα να μασάω τα θραύσματα από τους ίδιους μου τους γομφίους.


Από εκείνα τα περισσότερα από εκατό ονόματα, έσβησαν ένα ένα όσα ανήκαν σε Ισπανούς. Εκείνοι ήταν ανέγγιχτοι. Τους συγχώρεσαν και άφησαν καμιά πενηνταριά φυλακισμένους στοιβαγμένους εκεί μέσα, που εγώ τους έβλεπα από το βάθος με μάτια πρησμένα από τις γροθιές και τα δάκρυα. Πρέπει να ήμασταν λίγο πάνω από πενήντα σοδομίτες κλεισμένοι σ’ εκείνο το υπόγειο, έναν μήνα και εννιά μέρες όσο κράτησε η δίκη μας. Όλοι σοδομίτες από την ανατολή, Ινδιάνοι, μιγάδες και μαύροι, σκορπισμένοι στα πατώματα σαν θραύσματα πολέμου.


Κι εκείνους, τους ξένους, μέσα στην ίδια μας τη γη, τους συγχώρεσαν αντί για μας.

Τους είπαμε ξανά και ξανά πως οι Ισπανοί που είχαν αθωώσει έρχονταν στην ανατολή παρασυρμένοι από το τραγούδι μας· πως περνούσαν ως το Σαν Πάμπλο ξεχνώντας το Στέμμα, τις πέτρες της εκκλησίας και τις νουθεσίες των παλιών τους βιβλίων.

Μα δεν είχε σημασία.


Από τους πενήντα τόσους κρατούμενους, δεν επιζήσαμε παρά δεκαεννιά.

Πέθαναν στις ανακρίσεις, μέσα στο ίδιο υπόγειο όπου μας κρατούσαν όλους να σβήνουμε από την πείνα και τη δίψα, κολυμπώντας στα ίδια μας τα νερουλά σκατά και στα ούρα μας, κόκκινα από αίμα, από το πόσο μας είχαν σακατέψει μέσα μας. Στο ίδιο Μεξικό όπου τα πάντα αφθονούν, όπου τα πάντα φυτρώνουν και επιβιώνουν.

Όταν ήμασταν ακόμη πενήντα, αμόλησαν τα σκυλιά, κι εκείνα γέμισαν την κοιλιά τους με τη σάρκα όσων βρίσκονταν κοντά στα κάγκελα. Τα είχαν αφήσει νηστικά για μέρες και μετά τα οδήγησαν ως τον λάκκο όπου μας είχαν κλεισμένες. Άνοιξαν τις πόρτες και έλυσαν τις αλυσίδες τους.


Έπεσαν πάνω στους σοδομίτες που είχαν συλληφθεί τελευταίοι, αμέσως μετά από μας.


Το αίμα οδηγεί το αίμα σαν πυξίδα.

Αρκεί να χυθεί μία σταγόνα για να γίνει ποτάμι.

Εμείς οι πρώτες τέσσερις, εκείνες που δώσαμε τα ονόματα, βρισκόμασταν πολύ βαθιά στο υπόγειο. Εμάς είχαν συλλάβει πρώτες. Μας βρήκαν τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου, να κοιμόμαστε η μία πάνω στην άλλη, πεθαμένες από τον φόβο, σ’ ένα σπίτι που πιστεύαμε πως θα μας έκρυβε καλύτερα.

Μας έσυραν έξω από τα μαλλιά.


Εγώ τους παρακαλούσα να με τραβήξουν από κάπου αλλού, σας παρακαλώ, γιατί θα με αφήσετε καραφλή, αλλά δεν με άκουγαν.

Μας πέταξαν εκεί κάτω αφού πρώτα μας μαστίγωσαν σαν ζώα.

Ήμασταν στο πιο βαθύ σημείο της κατακόμβης, σκεπασμένες από τη σκιά της ίδιας μας της ντροπής.


Ο Χουανίτο Κορέα, η Λα Εστάνπα, ήρθε την επομένη της σύλληψής μας· ήταν η πρώτη που πήγαν να βρουν. Ήρθε λουσμένη στο αίμα, με το πρόσωπό της μετατοπισμένο από το τόσο ξύλο. Της έλειπε ένα κομμάτι από τη γλώσσα, που το είχε δαγκώσει μέσα σε μια κρίση σπασμών από τα χτυπήματα στο κεφάλι.


Και μ’ εκείνο το κομμάτι γλώσσας που της είχε απομείνει μού ορκίστηκε πως ολόκληρη η καταραμένη Πόλη του Μεξικού θα γκρεμιζόταν· πως θα τελείωνε πια αυτή η ιστορία να χαιρόμαστε στα κρυφά.


Με το ίδιο κομμάτι γλώσσας με παρηγόρησε για την αδυναμία μου, επειδή είχα δώσει τα ονόματα εκείνων που υπήρξαν φίλες μου, ερωμένες μου, δασκάλες μου, οι μεγαλύτεροι έρωτες της ζωής μου.


Θυμάμαι τον ήλιο πάνω στον κώλο μου σαν τα μάτια ενός θεού που ζέσταιναν το δέρμα μου.


Εγώ ανεβοκατέβαινα πάνω στον πούτσο εκείνου του εραστή, που ποτέ δεν έμαθα τι απέγινε. Ψηλά ο απογευματινός ήλιος, από κάτω κάτι ιτιές που μας σκέπαζαν με τα δάκρυά τους, κι η αλμυρή λίμνη Τεξκόκο άκουγε το ζευγάρωμά μου.

Καθώς ανεβοκατέβαινα πάνω στο καυλί του, προσευχόμουν να είναι καθαρά τα σωθικά μου, να μην καταστρέψω τη στιγμή με κανένα ίχνος σκατού, γιατί αυτός ο εραστής που είχα μέσα μου μού άρεσε και ήταν παρθένος.


Τι τυχερός που ένιωθε!


Έκανε το ντεμπούτο του ούτε λίγο ούτε πολύ με το σώμα της μεγάλης Κοτίτα ντε λα Ενκαρνασιόν, του Χουάν δε λα Βέγα Γκαλίντο, της πιο καθαρής απ’ όλες, της τραβεστί που την αγαπούσε η μάνα της, που την αγαπούσαν οι γείτονες, που την πρόδωσε η φίλη της μια 27η Σεπτεμβρίου, μόλις είχε αρχίσει το φθινόπωρο.

Ακόμη θυμάμαι πόσες φορές έφτυσα στην παλάμη μου για να λιπάνω την αμαρτία μας κάτω από εκείνους τους θεϊκούς μάρτυρες: τα δέντρα, το νερό, τον ουρανό και τον ήλιο.


Και θυμάμαι και τα γελάκια που αγνοήσαμε, γιατί όλα ήταν τόσο όμορφα ανάμεσά μας, που συνεχίσαμε να το απολαμβάνουμε σαν ζώα.

Μα κάποιος μας κατασκόπευε.


Κάποιος ήξερε εκείνο που δεν έπρεπε να ξέρει κανείς.

Η Χουάνα, μια πλύστρα με την οποία πάνω από χίλια απογεύματα είχα πλύνει στη λίμνη τα ρούχα τόσων ανθρώπων, ήταν εκείνη που μας ανακάλυψε τον έναν πάνω στον άλλον.


Έτρεξε στις αρχές και χάραξε έναν κεραυνό ανάμεσα στην πλάτη μου και στο δάχτυλό της.


Χουάνα, με σκότωσες, της είπα, αλλά εκείνη κοίταξε τη γη και η γη γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη.

Χουάνα, με σκότωσες, της είπα. Εμένα, που έπαιξα με τα παιδιά σου. Εμένα, που έβαζα κρύες κομπρέσες στο μέτωπο του Μιγκελίτο σου όταν ο πυρετός απειλούσε να τον πάρει η Κοκαλιάρα. Δεν μοιράστηκα μαζί σου το καλαμπόκι και τη σοκολάτα μου; Δεν γελάσαμε μαζί, σαν φίλες, η μία δίπλα στην άλλη, βλέποντας δυο μαϊμούδες να τσακώνονται για μια μπανάνα; Δεν σε παρηγόρησα όταν σε χτύπησε ο άντρας σου; Δεν τον καταράστηκα;


Μα η Χουάνα δεν με άκουγε πια. Είχε κάνει αυτό που ήθελε να κάνει.

Μας είχε καταδώσει επειδή κάναμε έρωτα σαν τα σκυλιά.


Εσύ, κι εσύ, κι εσύ! Κι εσύ επίσης ήρθες στο σπίτι μου. Ήπιες από το κρύο νερό που σου πρόσφερα απλόχερα, φώναζε η Λα Εστάνπα, δείχνοντας έναν έναν τους παπαδάκους που κατέβαιναν για να μας ραντίσουν με αγιασμό.


Να το μάθουν όλοι! Κι αυτός ο φρουρός που στέκεται εδώ, κι εκείνος που με χτύπησε στο κεφάλι ώσπου άρχισα να τρέμω — όλοι εσείς μου φάγατε τον κώλο σαν να μην είχε απομείνει ψωμί στον κόσμο.


Μα κανείς δεν την άκουγε πια. Ο καθένας ήξερε αν έλεγε αλήθεια, κι όλοι μαζί βολεύονταν με την ιδέα πως η κακομοίρα είχε τρελαθεί.

Το μόνο που έκαναν ήταν να στρέφουν τους σταυρούς τους πάνω μας.


Κι η Λα Εστάνπα, σαν δαιμονισμένη, καταριόταν το Μεξικό.

Τόσο πολύ το καταράστηκε, που ένας σεισμός έριξε τους στρατιώτες κάτω και τους έκανε να χλομιάσουν από τον φόβο.


Έναν μήνα και εννιά μέρες μάς κράτησαν σ’ εκείνα τα υπόγεια, όπου πότε πότε μάς επισκέπτονταν πανάρχαια πνεύματα, πνεύματα που είχαν μάθει να μιλούν ακούγοντας τους ανθρώπους γύρω από τις πρώτες τους φωτιές, στην αρχή των πάντων, τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη καθαρός.


Λαμαστού. Λαμαστού.


Φωνές αρχαίες έρχονταν να μας θυμίσουν πως υπήρχε ακόμη πιθανότητα να γευτούμε από το πιατάκι της εκδίκησης.

Βουλιάξτε αυτή την πόλη. Καταραστείτε την. Ξεράνετε την Τεξκόκο.

Μια φωνή έμπιστη. Μια φωνή που την άκουγα όλη μου τη ζωή.


Λαμαστού.


Σηκώθηκα όρθια, αηδιασμένη, αφού πρώτα είχα πιπιλίσει τα μισογδαρμένα κόκαλα που είχαν αφήσει πίσω τους τα σκυλιά, και καταδίκασα τη λίμνη όπου είχα πλύνει ρούχα και είχα κάνει έρωτα.


Να ξεραθείς. Να φας αυτή την πόλη ώσπου να την εξαφανίσεις ολόκληρη.

Προτού μας βγάλουν για πρώτη και τελευταία φορά στο διάφανο φως της μέρας του Μεξικού, ένας κοντός, βρόμικος άντρας κατέβηκε στο υπόγειο μαζί με πέντε στρατιώτες.


Ήταν το δεξί χέρι του αντιβασιλέα, ένας καταραμένος ξένος σαν τους άλλους.

Με μια κοφτερή ακμή γυαλιού έκοψε τις κόρες των ματιών δεκατριών απ’ όσους ήμασταν ακόμη ζωντανοί.


Εγώ ήξερα μέχρι και τα ονόματα από τις ψείρες που χοροπηδούσαν στ’ αρχίδια του.

Η καλύβα μου τον ήξερε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, ντυμένο και γυμνό, αξιοπρεπή και εξευτελισμένο.


Ίσως γι’ αυτό να μ’ άφησε να κρατήσω τα όμορφα ινδιάνικα μάτια μου.

Όταν έφυγε, μέσα στις κραυγές και στις κατάρες των σοδομιτών, έδεσα μία μία τις δεκατρείς τυφλές αδερφές με τα ρούχα που είχαν γλιτώσει από τα δόντια των σκυλιών.


Τους φίλησα τα μάτια για να θάψω τα βλέμματά τους.


Η Λα Εστάνπα φώναζε πως δεν χρειαζόταν τα μάτια της, πως τους έβλεπε μια χαρά έτσι κι αλλιώς, πως θυμόταν τα ονόματά τους και πως θα εκδικούνταν έναν έναν τους πάντες.


Από τους δεκαεννιά που ξεκινήσαμε την πορεία προς τη φωτιά, μόνο δεκατέσσερις φτάσαμε ως το Σαν Λάζαρο, εκεί όπου βρίσκονταν οι λεπροί.

Οι δεκατρείς τυφλές κι εγώ.


Κάναμε το πρώτο βήμα γνωρίζοντας πως πολλοί από όσους περπατούσαμε εκεί δεν θα προλαβαίναμε καν να καούμε όπως μας άξιζε.

Θυμάμαι τις πορτοκαλιές γλώσσες της φωτιάς, τόσο ψηλές που έμοιαζαν να θέλουν να κάψουν τα σύννεφα με τις πύρινες νυχιές τους.

Τα ξύλα κρατούσαν ακόμη εκείνο το άγριο άρωμα του καλοκαιριού που μόλις είχε περάσει· μόλις τα πλησίαζαν στη φωτιά, το ξύλο άρχιζε να στάζει ρετσίνι.

Οι σπίθες έμοιαζαν να σχεδιάζουν τον μελλοντικό μας χορό στο πλευρό του διαβόλου.

Γύρω γύρω ο κόσμος γελούσε, έπινε κρασί· χόρευαν σαν σίφουνες, σαν να έβλεπαν αγγέλους να περνούν μπροστά από τα μάτια τους.

Εμείς, οι έκπτωτοι άγγελοι, εκτεθειμένοι στην ντροπή μπροστά σε όλους.

Οι τυφλές σκόνταφταν, έπεφταν, ξανασηκώνονταν.

Σαν αξολότλ ήταν.


Μέσα στο πλήθος έβλεπα χέρια να κρατούν πέτρες στο μέγεθος ανθρώπινου κεφαλιού, κοφτερά δόρατα υψωμένα ψηλά, πρόσωπα παραμορφωμένα κάπου ανάμεσα στο γέλιο και στην κραυγή.


Γυμνές προκαλούσαμε θλίψη.

Κοτίτα, Κοτίτα, τι γεύση έχει το κρέας; φώναζαν.

Χουανίτα Κορέα, πώς σου τρέχει αίμα ο κώλος, αμαρτωλή.

Κάτω από τα πόδια μας σχηματιζόταν λάσπη. Κατουριόμασταν, χεζόμασταν, σκατά νερουλά σαν κουτσουλιές πουλιών.

Τρέμαμε από τον τρόμο.

Πολλές έκλαιγαν.

Μία άρχισε να μιλά στη μητρική της γλώσσα, τυφλή κάτω από τα κουρέλια με τα οποία είχα σταματήσει την αιμορραγία της.

Γλώσσα Ινδιάνων.

Η γλώσσα των μανάδων μας.

Ήταν απόγευμα και πάνω στο Σόκαλο σχηματίζονταν σκιές· παιδιά που έπαιζαν με ξυλάκια σαν να ήταν σπαθιά τις χάιδευαν, σκοτώνοντας το ένα το άλλο σαν μεγάλοι άρχοντες.

Η τελευταία εικόνα, σαν ένας τελευταίος δείπνος.

Μας αποχαιρετούσαν όλα τα χρώματα των Ινδιάνων γυναικών που κοιτούσαν τρομαγμένες πίσω από το συμπαγές πλήθος.

Οι Ινδιάνες έκλαιγαν, κουκουλώνονταν στα ρεμπόσο τους, και η καρδιά μου έβηξε από τη λύπη, γδάρθηκε από μέσα, και σκέφτηκα πώς θα τους σκότωνα, έναν έναν, με τι ηδονή θα τους καταβρόχθιζα ωμούς.

Τους άντρες που είχα αγαπήσει και που τώρα στέκονταν εκεί θέλοντάς μας νεκρές.

Τους γείτονες.

Τη Χουάνα Ερέρα που με είχε καταδικάσει σ’ αυτόν τον θάνατο.

Τους γείτονες που είχαν περιγράψει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια τους νυχτερινούς μου έρωτες.

Τους άλλους.

Τις γυναίκες των οποίων είχα φυλάξει τα παιδιά.

Τις γυναίκες που είχα στεγάσει όταν οι άντρες τους τις πέταξαν έξω από τα σπίτια τους.

Τις γυναίκες από τις οποίες αγόραζα τορτίγιες και φρούτα στο Σόκαλο, γυναίκες με τις οποίες είχα μοιραστεί ένα κλαδάκι από κάποιο φυτό που φύτρωνε στο σπίτι μου.

Όλους.

Με πόση ευχαρίστηση θα τους είχα σκοτώσει όλους.

Είχα κυλιστεί με όλους εκείνους τους άντρες που τώρα μας πετούσαν τις βρομιές τους, σαν τη μεγάλη πουτάνα που ήμουν, την πουτάνα-γοργόνα της λίμνης Τεξκόκο.

Είχα γαμηθεί με εκατοντάδες από εκείνους τους άντρες.

Τους είχα μάθει τα πάντα, μα τα πάντα, για τον έρωτα. Περισσότερα δεν τους είχα μάθει επειδή… επειδή δεν υπήρχε τίποτε άλλο να μάθουν.

Τους έμαθα να ποθούν, να ανασαίνουν κοντά μου και να μου λένε όμορφα πράγματα ανακατεμένα με βρομιές.

Τους συνήθισα στη βρομιά του έρωτα, στη μυρωδιά του σκατού, στις φαγούρες και στα υγρά που τρέχουν, στις φλύκταινες, στις φουσκάλες και στους πυρετούς, στην κρούστα και στο εξάνθημα, στα καψίματα, στις μελανιές που μένουν όταν δυο σώματα έχουν παλέψει σώμα με σώμα.

Τους συνήθισα στο αίμα και στην καθαρή ανάσα που έχεις όταν πίνεις πολύ νερό και μασάς πολλή μέντα· να λιπαίνουν με τη γλίτσα από τα φύλλα της αγαύης, να τρώνε φρούτα καθώς με το γαμήσι μας προσβάλλαμε τον δήθεν θεό και τον δήθεν βασιλιά.

Τους έμαθα να μη ντρέπονται που βρίσκονται στα χέρια ενός άλλου ανθρώπου, ολόγυμνοι και με τόση όρεξη.

Τους έμαθα ακόμη και να κάνουν έρωτα στις γυναίκες τους.

Τους είχα φάει ολόκληρους, ξαπλωμένους στο χορτάρι όπου κοιμόμουν κι εγώ κάθε νύχτα, κάτω από τα μπανανόφυλλα που έπρεπε ν’ αλλάζω έπειτα από κάθε βροχή.

Όταν μου έκαναν έρωτα, έμοιαζαν να κολυμπούν σ’ ένα σκούρο, λαδερό ποτάμι.

Εγώ έχυνα λάδι σαν ραγισμένο λυχνάρι.

Εκείνοι ήξεραν πόσο σκοτεινό ήταν το σκοτάδι μέσα στον κώλο μου, τη μεγάλη νύχτα που έκρυβα ανάμεσα στα κωλομέρια, το ραβδωτό δέρμα στις καμπές των ποδιών και στις μασχάλες μου, τα μαύρα, ίσια μαλλιά μου, αραιωμένα από τα τόσα χρόνια που κουβαλούσα πάνω στη γη.

Ήξεραν μία μία τις κλωστές του γιλέκου μου, τις χρωματιστές κορδέλες που χύνονταν από τα μανίκια μου, το σημάδι που άφηνα για να τους δείχνει τον δρόμο προς το στόμα μου, προς τα χέρια μου και προς τα σωθικά μου.

Τους είχα δώσει σοκολάτα να πιουν από το στόμα μου.

Τι νόστιμη που είναι η σοκολάτα σου, Κοτίτα, έλεγαν.

Κι εγώ άλειφα τα κωλομέρια μου με καυτή σοκολάτα κι εκείνοι τα έγλειφαν.

Μην είσαι βρόμικη, Κοτίτα, έλεγαν.

Κι εγώ συστρεφόμουν και τους απαντούσα πως από εκείνο το πηγάδι μπορούσαν να πιουν νερό άφοβα.

Ναι.

Εκείνους τους άντρες τούς έλεγα ψυχή μου, αγάπη μου.

Φυσικά και τους το έλεγα.

Ήμουν πλασμένη από μελό.

Η Ινδιάνα μάνα μου έπλενε τα ρούχα το σούρουπο πάνω σε μια γυαλιστερή, πεντακάθαρη σκάφη.

Η μάνα μου, όταν ήμουν μικρή κι αρρώσταινα, μου έβαζε στο στόμα άνθη κολοκυθιάς.

Η μάνα μου ήταν η πρώτη που με είπε Κοτίτα.

Απαρνήθηκε το όνομα της βάφτισής μου.

Κανένας Χουάν για κανέναν.

Εγώ τους έλεγα αγάπη μου και εκείνοι με πλήρωσαν με την πυρά.

Ένα μακρύ μεξικάνικο ερωτικό τραγούδι.

Κι αυτό ήμουν, πέρα από αμαρτωλή.

Ένα ποίημα γραμμένο από τη Ροσάριο Σανσόρες.

Μια Γιορόνα με πούτσο, που σερνόταν τη νύχτα μέσα στα λουλούδια του νεκροταφείου.

Μια καρδιά που έχανε τους χτύπους της μέσα στη φωνή της Τσαβέλα.

Το πείσμα της Λα Ντόνια μπροστά στους μέτριους που μας ήθελαν γονατισμένες και βουβές.

Αυτό ήμουν τότε.

Και δεν το ήξερα.

Καθώς βαδίζαμε και μας έρχονταν από παντού πέτρες και φτυσιές, εγώ θρηνούσα μόνο για το σώμα μου.

Η πορεία δεν κράτησε πολύ.

Μας ανάγκαζαν να περπατάμε με τις αιχμές των δοράτων.

Ήμασταν ήδη κοντά στην πυρά, αλλά μέσα μου εγώ πήγαινα προς τα πίσω, πολύ μακριά, τότε που ήμουν παιδί και καμιά θεϊκή δύναμη δεν μπορούσε να με κάνει να μην κάθομαι στο χώμα όπως οι γυναίκες, να μη σφίγγω τη μέση μου με χρωματιστές κλωστές, να μη λυγίζω τη μέση όταν χόρευα.

Είδα το τραπεζομάντιλο που κέντησε η μάνα μου τη μέρα που έφυγα από το σπίτι της για να ζήσω τη ζωή μου, πολύ κοντά από κει, εκεί όπου νοίκιασα μια καλύβα που ύστερα την έκαψαν.

Το σπίτι όπου χόρεψα κι αμάρτησα κι αμάρτησα, ώσπου έγινε αδύνατο να βγω ζωντανή απ’ όλο αυτό.

Τόσο πίσω είχα γυρίσει —ίσως παραληρούσα από την πείνα που επιτέλους θα γνώριζε το τέλος της— ώστε, πάνω στον δρόμο της ντροπής, βρέθηκε ξανά στα χέρια μου το τραπεζομάντιλο που μου είχε χαρίσει η μάνα μου τη μέρα που έφυγα.

Είχε κεντήσει πάνω του έναν μεγαλόπρεπο γάλο, έναν γενναίο γάλο που κοιτούσε μπροστά και προκαλούσε τα μάτια μου.

Τα μάτια που ο ανακριτής της Ιεράς Εξέτασης με άφησε να κρατήσω.

Τα μάτια μου, που είχαν δει τον έρωτα στα μάτια τόσων εραστών, κάτι σαν διάφανη πέτρα μέσα στην κόρη.

Κάτι που ήθελαν να μου το χαρίσουν για να φτιάξω σκουλαρίκια, για να το κεντήσει η μάνα μου στις φούστες μου.

Τα μάτια μου, που είχαν παίξει με σχεδόν όλα τα παιδιά του Σαν Πάμπλο.

Τα μάτια της Κοτίτα ντε λα Ενκαρνασιόν, που είχε φροντίσει και αγαπήσει ξένα παιδιά περισσότερο κι από την ίδια τους τη μάνα.

Τους έμαθα να μετρούν και να λένε προσευχές σιωπηλά, για να τα προστατεύουν τα αγγελούδια και για να είναι δυνατό και άγριο το ζώο στο οποίο μεταμορφώνεται το πνεύμα όταν κοιμόμαστε.

Τα παιδιά έρχονταν στη φούστα μου.

Θεία Κοτίτα, έλεγαν.

Περνούσαν ανάμεσα από τις κότες, τα σκυλιά και τις κατσίκες, από τα σαρκοφάγα φυτά που τα χάιδευαν καθώς περνούσαν.

Μου έφερναν φρούτα.

Γέμιζαν τη φούστα μου φρούτα.

Μου χάριζαν βατράχια σε όλα, μα όλα τα χρώματα.

Θεία Κοτίτα, σ’ αγαπάμε πάρα πολύ.

Οι γονείς τους με ήξεραν.

Ήξεραν πως ήμουν τίμια, πως ποτέ δεν είχα βλάψει κανέναν· ούτε την ιερή γη του Μεξικού, ούτε τη σκόνη των νεκρών πάνω στην οποία περπατούσαμε, ούτε την εικόνα του Θεού από έναν ουρανό πολύ μακρινό.

Και τα παιδιά πανηγύρισαν.

Κι αυτά γιόρτασαν όταν είδαν την καλύβα μου να καίγεται.

Κι αυτά έφτυσαν.

Είχα πλύνει τα ρούχα τους.

Ήξερα τη μυρωδιά τους από πάνω, από κάτω κι ακόμη πιο κάτω.

Ήξερα όλους τους λεκέδες από οτιδήποτε μπορεί να λεκιάσει ένα σώμα.

Έπλενα τα ρούχα τους και τα άπλωνα στον ήλιο σαν να ήταν δικά μου.

Έβαφα τα πουκάμισά τους με παντζάρι και κάπνιζα τις μυρωδιές τους με κοπάλ.

Μας έσπρωχναν προς την πυρά και ταυτόχρονα μας πλήγωναν με τα δόρατά τους.

Ο κόσμος πανηγύριζε σαν να ήταν Πρωτοχρονιά.

Ένας ένας άρχισαν να καίγονται οι σοδομίτες του χωριού.

Ο αέρας χάλασε από τον θρήνο και από τη μυρωδιά φαγητού, ψημένου κρέατος.

Οι γέροι σκέπαζαν τη μύτη τους με μαντίλια ποτισμένα στο κρασί, που τους άφηνε μαύρα τα χείλη και τις γενειάδες μενεξεδιές.

Στην αρχή ούρλιαζαν απελπισμένοι· ύστερα δεν τους είχε μείνει πια λαρύγγι και απλώς καίγονταν.

Η μυρωδιά της καμένης σάρκας μπήκε στα ρουθούνια μου και μου στέρησε για πάντα κάθε άλλη μυρωδιά.

Τελευταία κάηκα εγώ.

Πριν από αυτό δάγκωσα τ’ αυτί μερικών, κι εκεί μου άνοιξαν το μέτωπο με ένα ρόπαλο.

Δεν ξέρω αν ήταν η τέταρτη ή η πέμπτη φορά που χεζόμουν πάνω μου από τον πόνο.

Καιγόμουν.

Ήταν αιώνιο.

Πρέπει να πεθάνεις στην πυρά για να μάθεις πόσο διαρκεί η αιωνιότητα.

Ήθελα να ξεριζωθώ από τον ίδιο μου τον εαυτό, να βγάλω από πάνω μου αυτό που πονούσε.

Με τα δόρατα με κρατούσαν μέσα στις φλόγες.

Κι όταν ο πόνος έσβησε και τα πάντα έγιναν αστέρια, είδα μια γυναίκα με κεφάλι γουρουνιού.

Στα χέρια της είχε νύχια γάτας και στην κοιλιά της μια μεγάλη ουλή.

Η φωνή της μάνας μου τραγούδησε ένα τραγούδι στα νάουατλ κι άρχισε να τυλίγεται γύρω μου· εγώ, που ο πόνος με είχε διαλύσει σε κομμάτια, ξανάγινα ένα σώμα.

Και η γυναίκα με το κεφάλι γουρουνιού μού είπε:

Λαμαστού.

Πάρε τα παιδιά τους.

Πάρε τα.

Λαμαστού.

Ήταν η ίδια φωνή που μας είχε συμβουλέψει μέσα στο υπόγειο όπου μας κρατούσαν φυλακισμένες.

Και τότε κατάλαβα πως, αφού πέθαινα, θα επέστρεφα σ’ αυτόν τον κόσμο ξανά και ξανά.

Θα παρέδιδα την καλοσύνη μου στη Λήθη, θα έπινα μια γουλιά από το νερό της για να ξεχάσω και θα επέστρεφα σ’ αυτόν τον κόσμο, για να σέρνομαι κάτω από τα κρεβάτια τους, να φυτεύω μικρούς καρκίνους στα στομάχια τους, στους πνεύμονές τους· θα έκανα να φυτρώνουν μπάλες από νύχια και τρίχες ανάμεσα στα όργανα και στους μυς τους.

Θα πότιζα με αρρώστιες τη ζωή των απογόνων τους — όλων εκείνων που με βρήκαν τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου του 1658 και όλων όσων με είδαν να πεθαίνω στις φλόγες έναν μήνα και εννιά μέρες αργότερα.

Μέσα στη σάρκα των παιδιών τους θα έβαζα την πικραμένη μου ψυχή.

Ακόμη κι αν με σκότωναν, εγώ θα κρατούσα τα παιδιά τους.

Θα τα έπαιρνα όταν ήταν ακόμη παιδιά, τότε που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν τη σκληρότητα από την καλοσύνη, και εκεί, μέσα σ’ εκείνα τα μικρά, ασήμαντα κορμάκια, θα εναπόθετα το τραβεστί μου βίτσιο.

Θα έμενα μέσα στη σάρκα τους μέχρι την ταφή τους κι όταν πέθαιναν θα επέστρεφα και θα έβρισκα άλλον — παιδί, εγγόνι, δισέγγονο ίσως όλων εκείνων που με πρόδωσαν.

Θα τους καταλάμβανα τη νύχτα.

Θα τους άλλαζα το όνομα.

Θα άλλαζα το είδωλό τους στον καθρέφτη.

Θα σκότωνα λίγο λίγο την ελπίδα να τους δουν να γίνονται άντρες και θα τους αρωμάτιζα με γυναικεία λάδια, με γυναικείες χειρονομίες· θα τους τύλιγα με κορδέλες και θα έβαζα μέσα τους, πολύ βαθιά μέσα τους, μια τρομερή πείνα για τους άντρες τους, για τους στρατηγούς τους, για τους προέδρους τους, για τους επισκόπους και τους πάπες τους, για τους γιους τους, για τους αδελφούς τους, για τα εγγόνια τους, για τ’ αφεντικά και τους σκλάβους τους.

Και μετά θα τους γαμούσα όλους.

Όταν από τους δεκατέσσερις σοδομίτες που έκαψαν σ’ εκείνη τη χαρούμενη γιορτή δεν απέμειναν παρά στάχτη και κάρβουνα, εγώ έμεινα εκεί να καταριέμαι και να ξαμολάω μικρές τραγωδίες μέσα στις ζωές εκείνων των ανθρώπων.

Κι όταν πέταξαν τα απομεινάρια της σφαγής στη λίμνη Τεξκόκο, εμείς αρχίσαμε να την ξεραίνουμε.


Τώρα δεν έχει απομείνει ούτε το αλάτι της.


*Το «Cotita de la Encarnación» περιλαμβάνεται στο Soy una tonta por quererte, τη συλλογή εννέα διηγημάτων της Camila Sosa Villada που κυκλοφόρησε το 2022 από τις Tusquets Editores. Η συλλογή κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό, τη μνήμη, το θαυμαστό και τη μυθοπλασία, με τραβεστί, trans και queer ζωές να καταλαμβάνουν το κέντρο της αφήγησης αντί για το περιθώριό της. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2022.

Camila Sosa Villada (1982–). 


Η Cotita de la Encarnación υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Στα αρχεία της αποικιακής Νέας Ισπανίας εμφανίζεται ως Juan Galindo de la Vega, ένας μιγάς άντρας που ήταν γνωστός ως Cotita de la Encarnación και περιγράφεται από τις πηγές της εποχής ως «θηλυπρεπής». Βρέθηκε στο κέντρο μιας μεγάλης δίωξης ανθρώπων που κατηγορήθηκαν για το λεγόμενο τότε «αμάρτημα της σοδομίας». Οι ανακρίσεις οδήγησαν στην εμπλοκή περισσότερων από εκατό προσώπων και, στις 6 Νοεμβρίου 1658, δεκατέσσερις από τους καταδικασμένους οδηγήθηκαν στην πυρά στο Σαν Λάζαρο της Πόλης του Μεξικού. Ένας ακόμη, ανήλικος, γλίτωσε την εκτέλεση αλλά καταδικάστηκε σε μαστίγωση και καταναγκαστική υπηρεσία.

Η Sosa Villada έχει εξηγήσει ότι γνώριζε την ιστορία της Cotita και, πριν γράψει το διήγημα, επέστρεψε σε ιστορικές πηγές, χρονικά και μελέτες για τη σεξουαλικότητα στην αποικιακή Λατινική Αμερική, θέλοντας να αποφύγει ιστορικές ανακρίβειες. Ωστόσο, το «Cotita de la Encarnación» δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει ουδέτερα ένα δικαστικό αρχείο. Παίρνει ένα πρόσωπο που έφτασε ως εμάς κυρίως μέσα από τη γλώσσα των διωκτών του και του επιστρέφει φωνή, σώμα, επιθυμία, μνήμη και οργή.

Η Cotita αφηγείται η ίδια τη σύλληψη, τα βασανιστήρια, την προδοσία, την πορεία προς την πυρά και τον θάνατό της. Μέσα από τη φωνή της, όμως, η ιστορική αφήγηση διαρρηγνύεται: το αποικιακό Μεξικό συναντά τη Lamashtu και τη Λήθη, αλλά και μορφές που ανήκουν σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους, όπως η Chavela Vargas, η Rosario Sansores και η María Félix —η περίφημη La Doña. Οι αναχρονισμοί αυτοί δεν αποτελούν ιστορικά «λάθη», αλλά μέρος της ποιητικής του διηγήματος: η Cotita μιλά συγχρόνως από το 1658 και από μια πολύ μεταγενέστερη τραβεστί μνήμη, σαν όλες οι εποχές της δίωξης και της αντίστασης να έχουν συμπιεστεί μέσα στην ίδια φωνή.

Στον πυρήνα του κειμένου βρίσκεται επίσης μια βίαιη αντιστροφή του αποικιακού και πατριαρχικού βλέμματος. Το σώμα που οι αρχές ονομάζουν αμαρτωλό, μιαρό και άξιο εξόντωσης γίνεται το σώμα που θυμάται, επιθυμεί, φροντίζει, αγαπά και τελικά καταριέται. Η Cotita δεν επιστρέφει μόνο ως θύμα της Ιστορίας αλλά ως δύναμη εκδίκησης: υπόσχεται να επιστρέφει από γενιά σε γενιά, μέσα στα ίδια τα παιδιά και τα εγγόνια εκείνων που την καταδίκασαν, διαταράσσοντας τα ονόματα, τα φύλα, τις επιθυμίες και την προσδοκία της κανονικότητας.

Ο όρος travesti έχει ιδιαίτερο βάρος στη γραφή της Sosa Villada και δεν λειτουργεί απλώς ως συνώνυμο του «trans». Αποτελεί κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική ταυτότητα με ιδιαίτερη ιστορία στη Λατινική Αμερική. Στο συγκεκριμένο διήγημα, ωστόσο, χρειάζεται μια πρόσθετη διάκριση: η ιστορική Cotita δεν μπορεί να ταξινομηθεί αναδρομικά με βεβαιότητα μέσα σε μια σύγχρονη ταυτότητα φύλου. Η τραβεστί Cotita του διηγήματος είναι η λογοτεχνική επανεγγραφή της Sosa Villada πάνω σε ένα πραγματικό πρόσωπο που τα αποικιακά αρχεία κατέγραψαν με τη γλώσσα και τις κατηγορίες των διωκτών του.

Αντίστοιχα, στην ελληνική απόδοση διατηρείται ο ιστορικά φορτισμένος όρος «σοδομίτης» για το ισπανικό sodomita. Δεν χρησιμοποιείται ως σύγχρονος χαρακτηρισμός ταυτότητας, αλλά ως μέρος της θρησκευτικής και ποινικής γλώσσας με την οποία η εποχή ονόμαζε, δίκαζε και τιμωρούσε συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις και ζωές.

Η παρούσα ελληνική απόδοση βασίστηκε στο ισπανικό πρωτότυπο:

Camila Sosa Villada, “Cotita de la Encarnación”, στο Soy una tonta por quererte, Tusquets Editores, 2022.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης στις 2 Απριλίου 2022 στο μεξικανικό περιοδικό Nexos, με την άδεια του Grupo Planeta México.Ελληνική απόδοση: [Garbola tsak / ANANSI TACTICS]

 
 
 

Σχόλια


© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page