top of page

​Όλα τα κείμενα

Search this site

Βρέθηκαν 25 αποτελέσματα

  • Η επανάσταση της Γερμανίας

    Νοέμβριος 1918:  Ναύτες του Prinzregent Luitpold  ποζάρουν με πινακίδα του “Soldatenrat” («Ζήτω η σοσιαλιστική δημοκρατία») — εμβληματική εικόνα της γερμανικής συμβουλιακής κίνησης (Rätebewegung) Το άρθρο του Brian Peterson με τίτλο Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung  συνιστά μια από τις πιο συστηματικές και θεωρητικά φορτισμένες παρεμβάσεις στη συζήτηση γύρω από τη Γερμανική Επανάσταση του 1918–1919 και το κίνημα των Εργατικών και Στρατιωτικών Συμβουλίων. Ο Peterson προσεγγίζει την ιστοριογραφία των Räte όχι απλώς ως ιστορικό υλικό, αλλά ως πεδίο πολιτικής θεωρίας, στο οποίο συμπυκνώνονται θεμελιώδη ερωτήματα για τη φύση της επαναστατικής εξουσίας, τα όρια του κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού και τη δυναμική της εργατικής αυτοκυβέρνησης. Η επαναστατική κρίση που ξέσπασε τον Νοέμβριο του 1918 έθεσε σε κίνηση μια μορφή πολιτικής οργάνωσης που δεν μπορούσε να ενταχθεί εύκολα στα υπάρχοντα θεσμικά σχήματα. Τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια αναδύθηκαν ως άμεση απάντηση στη διάλυση της κρατικής εξουσίας και στην ανάγκη των μαζών να ρυθμίσουν συλλογικά τη ζωή, την παραγωγή και την ασφάλεια. Παράλληλα, η συγκρότηση του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων και η προοπτική της Εθνικής Συνέλευσης εισήγαγαν εκ νέου το κοινοβουλευτικό στοιχείο. Το αποτέλεσμα ήταν μια κατάσταση που ο Peterson, ακολουθώντας τη μαρξιστική παράδοση, περιγράφει ως δυαδική εξουσία : δύο ανταγωνιστικά κέντρα νομιμοποίησης και επιβολής πολιτικής, που συνυπάρχουν προσωρινά στο ίδιο κοινωνικό πεδίο. Οι ιστορικοί της «σχολής των Räte» ερμηνεύουν αυτή τη δυαδική εξουσία ως εν δυνάμει σταθεροποιήσιμη. Κατά την άποψή τους, τα συμβούλια μπορούσαν να λειτουργήσουν ως όργανα ελέγχου και εκδημοκρατισμού του κράτους, ενώ το κοινοβούλιο θα διατηρούσε τον ρόλο του ανώτατου νομοθετικού σώματος. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι η εργατική τάξη επιθυμούσε πρωτίστως τη δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους και όχι τη ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Έτσι, η αποτυχία της επανάστασης αποδίδεται είτε στον «ανεύθυνο ριζοσπαστισμό» της επαναστατικής Αριστεράς είτε στη διστακτικότητα της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας. Ο Peterson αποδομεί αυτή τη θέση σε θεωρητικό επίπεδο. Υποστηρίζει ότι η δυαδική εξουσία δεν είναι απλώς ένα ιστορικό στάδιο που μπορεί να παραταθεί επ’ αόριστον, αλλά μια δομικά ασταθής κατάσταση . Αντλώντας από την ανάλυση της Ρωσικής Επανάστασης, και ιδιαίτερα από τη θεωρία του Τρότσκι, επισημαίνει ότι η δυαδική εξουσία εμπεριέχει μια εσωτερική τάση προς όξυνση. Τα όργανα εργατικής εξουσίας, ακόμη κι όταν ξεκινούν με μετριοπαθείς στόχους, αναγκάζονται μέσα από την ίδια τους τη λειτουργία να επεκτείνουν τον έλεγχό τους από την πολιτική σφαίρα στην οικονομία και την παραγωγή. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοκρατική επανάσταση μετασχηματίζεται αναγκαστικά σε κοινωνική και σοσιαλιστική. Στη γερμανική περίπτωση, αυτή η δυναμική εκφράστηκε κυρίως μέσω των εργοστασιακών συμβουλίων. Τα Betriebsräte δεν περιορίστηκαν στην εκπροσώπηση των εργατών απέναντι στο κράτος, αλλά αμφισβήτησαν άμεσα το δικαίωμα των καπιταλιστών να ελέγχουν τη διαδικασία της παραγωγής. Η πρακτική εμπειρία του εργατικού ελέγχου καλλιέργησε μια ριζοσπαστικοποίηση που δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την απλή επιστροφή στην κοινοβουλευτική κανονικότητα. Κατά τον Peterson, ακριβώς αυτή η δυναμική δείχνει γιατί η ιδέα μιας αρμονικής συνύπαρξης συμβουλίων και κοινοβουλίου αποτελεί πολιτική αυταπάτη. Από αυτή την οπτική, η στάση του Έμπερτ και της ηγεσίας του SPD δεν εμφανίζεται ως «παρεξήγηση» ή έλλειψη πολιτικής διορατικότητας, αλλά ως συνειδητή επιλογή. Ο Έμπερτ κατανοούσε ότι η διατήρηση των συμβουλίων, ακόμη και σε περιορισμένο ρόλο, θα ενίσχυε τη δυναμική της δυαδικής εξουσίας και θα καθιστούσε αδύνατη τη σταθεροποίηση ενός κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού. Η χρήση των Freikorps και η συμμαχία με τον παλιό κρατικό μηχανισμό αποτελούσαν, επομένως, λογική απάντηση από τη σκοπιά της διατήρησης της αστικής κρατικής μορφής. Ο Peterson προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η εμπειρία των Räte λειτούργησε παιδευτικά για την εργατική τάξη. Οι εργάτες, μέσα από τις συγκρούσεις του 1919, έμαθαν στην πράξη ότι ο έλεγχος του κράτους και της οικονομίας δεν μπορεί να μοιραστεί μόνιμα με την αστική τάξη. Αν και η επανάσταση ηττήθηκε, η εμπειρία αυτή αποκάλυψε τα όρια της κοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας και τη δομική αντίφαση κάθε απόπειρας «ειρηνικής» συνύπαρξης ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικά κοινωνικά συστήματα. Στο τελικό του συμπέρασμα, ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη συμβολή των ιστορικών των Räte στην κατανόηση της γερμανικής εργατικής τάξης, αλλά τους ασκεί κριτική επειδή παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια αμυντική, αντιφασιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Κατά τον Peterson, η επιμονή τους στη δυνατότητα διαρκούς δυαδικής εξουσίας υποτιμά τη ριζοσπαστική δυναμική της εργατικής αυτοοργάνωσης και συγκαλύπτει το θεμελιώδες δίλημμα που θέτει κάθε επαναστατική κρίση: είτε εμβάθυνση της εργατικής εξουσίας είτε αντεπανάσταση. Το Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung  καταλήγει έτσι σε ένα θεωρητικό συμπέρασμα με διαχρονική σημασία: η εργατική τάξη, ακόμη και όταν ξεκινά με μετριοπαθείς στόχους, τείνει μέσα από την ίδια της τη δράση να αμφισβητεί συνολικά τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας, καθιστώντας τη δυαδική εξουσία όχι λύση, αλλά μεταβατικό και εκρηκτικό στάδιο. Κείμενα έμπνευσης Peterson, Brian (1975). Workers’ Councils in Germany, 1918–19: Recent Literature on the Rätebewegung. New German Critique, No. 4 (Winter), 113–124. Kolb, Eberhard (1962). Die Arbeiterräte in der deutschen Innenpolitik, 1918–1919. Düsseldorf: Droste Verlag. Rürup, Reinhard (1968). Problems of the German Revolution, 1918–19. Journal of Contemporary History, 3(4), 109–135. Broué, Pierre (2006 [πρώτη έκδοση 1971]). The German Revolution, 1917–1923. Haymarket Books. Ryder, A. J. (1967). The German Revolution of 1918: A Study of German Socialism in War and Revolt. Cambridge: Cambridge University Press. Weipert, Axel (2015). Die zweite Revolution: Rätebewegung in Berlin 1919/1920. Berlin: Be.bra Wissenschaft Verlag. Trotsky, Leon (1930). The History of the Russian Revolution. (για το σχήμα/δυναμική της «δυαδικής εξουσίας») Pannekoek, Anton (1947/48). Workers’ Councils. (για τη συμβουλιακή δημοκρατία ως μορφή εργατικής αυτοκυβέρνησης) © Bundesarchiv, Bild 183-J0908-0600-002 (Novemberrevolution, Matrosenaufstand) / Fotograf: o.Ang. / CC BY-SA 3.0 DE.(Φωτογραφία κειμένου) Κείμενο: Αριστόνικος

  • Η Επιστροφή του Σκοταδισμού: Πολιτική Προσωπικότητα, Ψυχομετρική Εξουσία και η Αμερικανική Κατάρρευση του Ορθολογισμού

    Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι το φαινόμενο Τραμπ δεν συνιστά ιστορική ανωμαλία, αλλά την ώριμη έκφραση μιας μακράς διαδικασίας αποσύνθεσης του αμερικανικού πολιτισμικού και πολιτικού υποκειμένου. Αξιοποιώντας αφενός το ψυχοδιαγνωστικό πλαίσιο πολιτικής προσωπικότητας του Aubrey Immelman και αφετέρου τη σύγχρονη έρευνα των Zarouali et al. για την ψυχομετρική πολιτική χειραγώγηση, το άρθρο εντάσσει την άνοδο του Τραμπ σε μια ευρύτερη κριτική θεωρητική παράδοση, αυτή της Σχολής της Φρανκφούρτης. Υποστηρίζεται ότι η μετάβαση από τον μεταπολεμικό ορθολογικό διεθνισμό σε έναν νέο πολιτικό σκοταδισμό δεν αποτελεί απλώς πολιτική μετατόπιση, αλλά ψυχολογική και πολιτισμική μετάλλαξη, όπου η προσωπικότητα του ηγέτη, η αλγοριθμική τεχνολογία και η μάζα συγκροτούν ένα μετα-δημοκρατικό καθεστώς συναισθηματικής εξουσίας. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη πραγμάτων δεν ήταν απλώς ένα σύστημα γεωπολιτικής ισορροπίας. Αποτελούσε τη θεσμική απόπειρα ενσάρκωσης των βασικών υποσχέσεων του Διαφωτισμού: την υπεροχή του κανόνα έναντι της αυθαιρεσίας, του δικαίου έναντι της ισχύος και των θεσμών έναντι των προσώπων (Horkheimer & Adorno, 1947/2002). Ο ορθολογικός διεθνισμός μετά το 1945 προϋπέθετε όχι μόνο θεσμούς, αλλά και συγκεκριμένο τύπο πολιτικού υποκειμένου: πολίτες και ηγέτες ικανούς να αποδέχονται περιορισμούς, να σκέφτονται αφηρημένα και να συγκρατούν τα πρωτογενή ναρκισσιστικά και επιθετικά τους ένστικτα. Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση της πολιτικής προσωπικότητας που προτείνει ο Immelman είναι κρίσιμη. Η πολιτική προσωπικότητα, στο πλαίσιο του μοντέλου του Millon, δεν αποτελεί σύνολο επιφανειακών χαρακτηριστικών, αλλά βαθιά, σταθερή δομή που οργανώνει το self-image, το γνωστικό στυλ, τις αντιλήψεις και τους μηχανισμούς άμυνας του ηγέτη (Immelman, 1993). Η μεταπολεμική τάξη απαιτούσε προσωπικότητες υψηλής γνωστικής πολυπλοκότητας και εσωτερικευμένων ορίων. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η ίδια κοινωνία που ηγήθηκε αυτής της τάξης άρχισε να παράγει, ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, το αντίθετο ψυχολογικό υπόστρωμα. Από το 1940 και έπειτα, η αμερικανική κοινωνία συγκροτήθηκε μέσα από έναν δομικό αντικομμουνισμό που λειτούργησε όχι μόνο ως εξωτερική πολιτική στρατηγική αλλά ως εσωτερική κοσμοθεωρία. Κάθε μορφή συλλογικής σκέψης, θεωρητικής πολυπλοκότητας ή διανοητικής αμφισημίας αντιμετωπίστηκε ως απειλή. Ο ακραίος ατομικισμός, ενισχυμένος από τον νεοφιλελευθερισμό, αποσύνδεσε το άτομο από κάθε έννοια συλλογικού ορθολογισμού, ενώ ο θρησκευτικός και πολιτισμικός συντηρητισμός λειτούργησε ως αντι-διανοητικός μηχανισμός άμυνας. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή ενός υποκειμένου που δεν εμπιστεύεται τη σκέψη αλλά το συναίσθημα, δεν αναζητά εξήγηση αλλά ταύτιση και δεν αντέχει την πολυπλοκότητα αλλά χρειάζεται εχθρούς. Η διάγνωση αυτή συνομιλεί άμεσα με την ανάλυση της αυταρχικής προσωπικότητας της Σχολής της Φρανκφούρτης. Για τον Adorno και τους συνεργάτες του, η αυταρχική προσωπικότητα δεν αποτελεί παθολογία περιθωρίου αλλά κοινωνικά παραγόμενο ψυχικό σχήμα, ικανό να υπακούει στην ισχύ, να επιτίθεται στους αδύναμους και να απορρίπτει την αμφισημία (Adorno et al., 1950). Ο Τραμπ, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι πολιτική παρέκκλιση αλλά κανονικότητα: η καθαρότερη έκφραση μιας κοινωνίας που έχει ήδη απολέσει την ικανότητα κριτικής αυτοσχέτισης. Η προσωπικότητά του συγκροτείται γύρω από ένα υπερδιογκωμένο self-image, χαμηλή γνωστική πολυπλοκότητα και συστηματική αδυναμία αποδοχής θεσμικών ορίων, χαρακτηριστικά που το μοντέλο του Immelman επιτρέπει να αναλυθούν όχι ως ιδιοτροπία αλλά ως δομικό πολιτικό φαινόμενο (Immelman, 1993). Ωστόσο, η ιστορική του ισχύς δεν προκύπτει από την ατομική του ψυχολογία, αλλά από τη συντονισμένη ταύτισή του με μια κοινωνία που βιώνει φόβο, ταπείνωση και θυμό. Δεν βρισκόμαστε πλέον στο πεδίο της ιδεολογικής σύγκρουσης με την κλασική έννοια. Η αντιπαράθεση προγραμμάτων, αξιακών συστημάτων ή κοσμοθεωριών έχει υποχωρήσει υπέρ μιας νέας μορφής πολιτικής πρακτικής, όπου το κεντρικό διακύβευμα δεν είναι η πειθώ μέσω λόγου αλλά η ενεργοποίηση συναισθηματικών προδιαθέσεων. Η πολιτική επικοινωνία δεν απευθύνεται πια σε πολίτες ως φορείς κρίσης, αλλά σε υποκείμενα των οποίων οι ψυχολογικές ευαλωτότητες μπορούν να χαρτογραφηθούν, να προβλεφθούν και να αξιοποιηθούν στρατηγικά. Η έρευνα γύρω από το personality profiling και το political microtargeting δείχνει ότι η συναισθηματική κινητοποίηση δεν είναι τυχαία ούτε ομοιόμορφη. Ο φόβος, το άγχος και η αίσθηση απειλής ενεργοποιούνται συστηματικά σε υποκείμενα με χαρακτηριστικά εσωστρέφειας, όπου η αυξημένη ευαισθησία σε αρνητικά ερεθίσματα και η τάση προς εσωτερική επεξεργασία καθιστούν τα μηνύματα απειλής ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Αντίστοιχα, ο ενθουσιασμός, η επιθετικότητα και η αίσθηση συλλογικής ισχύος ενεργοποιούνται σε εξωστρεφή υποκείμενα, για τα οποία η πολιτική εμπειρία μετατρέπεται σε θέαμα δράσης, σύγκρουσης και ταύτισης. Αυτή η διαφοροποίηση δεν αποτελεί απλώς βελτίωση τεχνικών επικοινωνίας. Συνιστά ποιοτική μεταβολή στη φύση της πολιτικής εξουσίας. Ο πολίτης παύει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό ον, δηλαδή ως υποκείμενο ικανό για ορθολογική κρίση, αναστοχασμό και ηθική στάθμιση, και μετατρέπεται σε ψυχολογικό προφίλ προς διαχείριση. Η πολιτική πράξη μετατοπίζεται από το επίπεδο της δημόσιας σφαίρας στο επίπεδο της ιδιωτικής ψυχικής δομής. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν πρόκειται απλώς για χειραγώγηση με την παραδοσιακή έννοια της προπαγάνδας. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: για την αποδόμηση της ίδιας της προϋπόθεσης της δημοκρατίας ως διαδικασίας σκέψης. Όταν η πολιτική αποτελεσματικότητα μετριέται με όρους συναισθηματικού συντονισμού και όχι κατανόησης, η κριτική ικανότητα δεν καταστέλλεται βίαια· καθίσταται περιττή. Η δημοκρατία δεν ακυρώνεται θεσμικά, αλλά αδειάζει από το εσωτερικό της, καθώς ο ορθολογικός λόγος αντικαθίσταται από αλγοριθμικά βελτιστοποιημένες μορφές συναισθηματικής υπακοής. Εδώ ο εργαλειακός ορθολογισμός, όπως τον περιέγραψαν οι Horkheimer και Adorno, φτάνει στο αποκορύφωμά του. Η γνώση δεν αποσκοπεί πλέον στη χειραφέτηση, αλλά στη διαχείριση και την πρόβλεψη. Η κουλτούρα-βιομηχανία μετασχηματίζεται σε αλγοριθμική ψυχοεξουσία, όπου η σκέψη παρακάμπτεται συστηματικά μέσω συναισθηματικού συντονισμού. Η δημοκρατία δεν καταργείται θεσμικά· αδειάζει υπαρξιακά. Η κατάρρευση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από αυτή την ψυχολογική μετάλλαξη. Οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου προϋποθέτουν υποκείμενα ικανά να αποδέχονται αφηρημένους κανόνες και περιορισμούς. Όταν κυριαρχεί η αυταρχική ψυχική δομή, κάθε κανόνας βιώνεται ως προσβολή. Η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται σε προέκταση ενός πληγωμένου συλλογικού Εγώ. Η αποδόμηση του διεθνούς δικαίου, η περιφρόνηση των συμμαχιών και η προσωποποίηση της ισχύος δεν είναι στρατηγικές επιλογές· είναι πολιτισμικά συμπτώματα. Η πολιτική προσωπικότητα του ηγέτη, η ψυχομετρική διακυβέρνηση των μαζών και η κατάρρευση του ορθολογικού λόγου συγκλίνουν σε ένα νέο καθεστώς: μετα-δημοκρατικό, μετα-ορθολογικό και βαθιά αυταρχικό. Ο Immelman μας δείχνει πώς μοιάζει η πολιτική προσωπικότητα σε συνθήκες κρίσης. Οι Zarouali et al. μας δείχνουν πώς κατασκευάζεται η μαζική υπακοή χωρίς βία. Η Σχολή της Φρανκφούρτης μας είχε ήδη προειδοποιήσει ότι ο Διαφωτισμός, αν δεν αυτοκριθεί, θα μετατραπεί στο αντίθετό του. Ο Τραμπ είναι η σύνθεση αυτών των τριών. Όχι ως εξαίρεση. Αλλά ως προειδοποίηση.   Κείμενα έμπνευσης Adorno, T. W., Frenkel-Brunswik, E., Levinson, D. J., & Sanford, R. N. (1950). The Authoritarian Personality. New York: Harper & Row. Horkheimer, M., & Adorno, T. W. (2002). Dialectic of Enlightenment (μετ. John Cumming). Stanford: Stanford University Press. (πρωτότυπο 1947) Immelman, A. (1993). The assessment of political personality: A psychodiagnostically relevant conceptualization and methodology. Political Psychology, 14(4), 725–741. Millon, T. (1990). Toward a New Personology: An Evolutionary Model. New York: Wiley. Zarouali, B., Dobber, T., De Pauw, G., & de Vreese, C. H. (2020). Using a personality-profiling algorithm to investigate political microtargeting. Communication Research, 47(6), 1–26. κείμενο: Αριστόνικος_

  • Εκδίκηση, μεσσίας, ή ελπίδα; Τι μας λένε το «Ριφιφί» και ο «Καποδίστριας» για μια κοινωνία σε αδιέξοδο

    Ι. Ο Ιανουάριος του 2026 σηματοδότησε κάτι περισσότερο από δύο εμπορικές επιτυχίες στον χώρο του ελληνικού οπτικοακουστικού προϊόντος. Σηματοδότησε την ταυτόχρονη έκρηξη δύο αφηγήσεων που, χωρίς να το επιδιώκουν, λειτούργησαν ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο — αλλά δεν γνωρίζει προς τα πού. Από τη μία, το «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια στην Cosmote TV: μια σειρά 6 επεισοδίων που κατέρριψε κάθε ρεκόρ τηλεθέασης στην ιστορία της πλατφόρμας, συγκεντρώνοντας τις περισσότερες προβολές τόσο στο κανάλι μετάδοσης όσο και στην υπηρεσία On Demand. Βαθμολογία 9.2 στο IMDb — αριθμός που θα ήταν εντυπωσιακός ακόμη και για διεθνή παραγωγή. Από την άλλη, ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή: μια κινηματογραφική βιογραφία που ξεπέρασε τα 800.000 εισιτήρια, φιλοδοξώντας να εκθρονίσει ακόμα και το «Υπάρχω» (860.000) από την κορυφή των εμπορικότερων ελληνικών ταινιών. Sold out σε αίθουσες ανά την επικράτεια, χειροκροτήματα στο φινάλε, συγκίνηση ομόκεντρη ( Τον Οικονομίδη δεν τον βάζω εδώ είναι μόνος του κατηγορία ). Τι κοινό έχουν αυτές οι δύο παραγωγές; Και τι μας λέει η ταυτόχρονη επιτυχία τους για την ελληνική κοινωνία μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσης; ΙΙ. Το «Ριφιφί» είναι, επιφανειακά, μια σειρά για μια ληστεία. Την περιβόητη ληστεία της Τράπεζας Εργασίας στη λεωφόρο Καλλιρρόης το 1992 — μια υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη ως σήμερα. Αλλά όποιος είδε τη σειρά γνωρίζει ότι αυτό είναι μόνο η αφορμή. Ο Τσαφούλιας γύρισε ένα δράμα για ανθρώπους συνθλιμμένους από το σύστημα — ανθρώπους που αποφασίζουν, σε μια στιγμή ιερής οργής, να πάρουν πίσω αυτό που τους αρπάχτηκε. Η Ευαγγελία Μουμούρη, στην ερμηνεία της καριέρας της ως Όλγα, δεν ενσαρκώνει απλώς τον «εγκέφαλο» της επιχείρησης. Ενσαρκώνει μια μητέρα που έχασε το παιδί της λόγω της αδιαφορίας του κράτους και των τραπεζών — και που αποφασίζει ότι η εκδίκηση είναι πιάτο που τρώγεται κρύο. Εδώ έγκειται η πρώτη αφήγηση: η εκδίκηση. Η εκδίκηση κατά των τραπεζών, κατά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατά όσων πλούτισαν από τη δυστυχία των πολλών. Το κοινό ταυτίζεται με τους ληστές επειδή αναγνωρίζει στα πρόσωπά τους τη δική του συνθλιβόμενη ύπαρξη. Η ελληνική κοινωνία μετά και μέσα στα Μνημόνια, με τους πλειστηριασμούς, με τις αυτοκτονίες, την κατάθλιψη κοκ. αναγνωρίζει στο «Ριφιφί» μια καταγραφή του δικού της τραύματος. Η σειρά έχει και άλλες διαστάσεις: τη φροντίδα ως πράξη αντίστασης, την κοινότητα που δημιουργείται μεταξύ περιθωριοποιημένων, την παρέα που γίνεται οικογένεια. Αλλά στον πυρήνα της, η αφήγηση παραμένει αυτή της εκδίκησης — μιας εκδίκησης που δεν φιλοδοξεί να αλλάξει το σύστημα, αλλά απλώς να το τιμωρήσει. ΙΙΙ. Ο «Καποδίστριας» κινείται σε εντελώς διαφορετικές συντεταγμένες. Εδώ δεν έχουμε ανθρώπους του περιθωρίου που εξεγείρονται κατά του συστήματος. Έχουμε μια μεσσιανική φιγούρα — τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας — που έρχεται να σώσει ένα "έθνος" σε κρίση. Ο Ιωάννης Καποδίστριας παρουσιάζεται ως ο δίκαιος άρχοντας, ο αδικημένος πατέρας του έθνους, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είχε αλλάξει την τροχιά της ιστορίας — αν δεν δολοφονούνταν. Μόνο που αυτή η «μεσσιανική» αφήγηση είναι επιλεκτική. Η καποδιστριακή διακυβέρνηση χτίζεται και πάνω σε μια σκληρή κεντρικοποίηση εξουσίας: με επίκληση της αταξίας, ο Καποδίστριας εισηγήθηκε και πέτυχε (Ιανουάριος 1828) την αναστολή της Βουλής και του Συντάγματος, αντικαθιστώντας τα με συμβουλευτικά όργανα (Πανελλήνιον, αργότερα Γερουσία), ενώ στην πράξη η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο. Παράλληλα, η πολιτική σύγκρουση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με «παιδαγωγία κράτους», αλλά και με καταστολή/πειθαναγκασμό: αντίπαλοι τίθενται υπό παρακολούθηση, φυλακίζονται ή περιορίζονται — χαρακτηριστική η υπόθεση της οικογένειας Μαυρομιχάλη και η επαναφυλάκιση του Πετρόμπεη στο Ιτς Καλέ. Και στο επίπεδο του δημόσιου λόγου, η εικόνα του φωτισμένου πατέρα σκοντάφτει πάνω σε πρακτικές δίωξης του Τύπου: στην περίπτωση της υδραίικης εφημερίδας «Απόλλων», ο ίδιος ο Κυβερνήτης φέρεται να διέταξε τη δίωξή της. Τέλος, η «εθνική ενότητα» που υπονοεί η ταινία διαψεύδεται από το πόσο κοντά οι συνθήκες φτάνουν σε εμφύλιες συρράξεις: η σύγκρουση με Υδραίους/αντικαποδιστριακούς οδηγεί σε σχέδια ναυτικού αποκλεισμού και κορυφώνεται με το επεισόδιο του Πόρου (1831) και την καταστροφή πλοίων του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη. Αν τα βάλεις αυτά στο κάδρο, ο «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς ο αδικημένος σωτήρας: είναι και μια εξουσία που, στο όνομα της σωτηρίας, ανέχεται/παράγει αυταρχισμό και βαθιές εσωτερικές ρήξεις — και η ταινία, διαλέγοντας τον μύθο, τα σβήνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι είδα την ταινία σε μια επαρχιακή αίθουσα, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο πατρικό μου. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Και καθ' όλη τη διάρκεια της προβολής, ένιωθα μια ιδιόμορφη ατμόσφαιρα "κριντζιάς" που κορυφωνόταν σε συγκεκριμένα σημεία. Και στο τέλος; Χειροκροτήματα. Συγκίνηση. Το κοινό αποθέωνε μια αφήγηση που έλεγε: κάποτε είχαμε έναν ικανό ηγέτη, και τον σκότωσαν. Ο οικονομολόγος και blogger Μαρινάκης έγραψε ότι η ταινία δείχνει «ακριβώς πώς την Ελλάδα την κυβερνούνε ακόμα 10 οικογένειες». Δεν διαφωνώ με την παρατήρηση. Αλλά η αφήγηση της ταινίας δεν είναι αυτή. Η αφήγηση είναι ότι χρειαζόμαστε έναν αρχηγό — έναν σωτήρα που θα μας οδηγήσει έξω από το αδιέξοδο. Εδώ έγκειται η δεύτερη αφήγηση: ο μεσσίας. IV. Αυτό που μας αποκαλύπτει η ταυτόχρονη επιτυχία αυτών των δύο παραγωγών είναι η απουσία μιας άλλης αφήγησης. Η πρώτη αφήγηση — η εκδίκηση — είναι κάθαρση χωρίς ορίζοντα. Τιμωρούμε τους ενόχους, αλλά δεν αλλάζουμε τις δομές που τους επέτρεψαν να γίνουν ένοχοι. Η Όλγα του «Ριφιφί» μπορεί να κλέψει την τράπεζα, αλλά η τράπεζα θα συνεχίσει να υπάρχει. Η εκδίκηση προσφέρει ανακούφιση — όχι απελευθέρωση. Η δεύτερη αφήγηση — ο μεσσίας — είναι ακόμη πιο προβληματική. Γιατί στον πυρήνα της βρίσκεται μια βαθιά αντιδημοκρατική λογική: η λύση θα έρθει από τα πάνω, από έναν ηγέτη, από έναν σωτήρα. Ο λαός δεν χρειάζεται να αυτο-οργανωθεί — χρειάζεται απλώς να περιμένει τον κατάλληλο άνθρωπο. Και αυτό που απουσιάζει; Μια αφήγηση της ελπίδας — μιας ελπίδας που δεν βασίζεται ούτε στην εκδίκηση ούτε στον σωτήρα, αλλά στη συλλογική δυνατότητα να φτιάξουμε κάτι διαφορετικό. V. Ο David Graeber, στο βιβλίο του Revolutions in Reverse , διατυπώνει μια θέση που αξίζει να σκεφτούμε: η Δεξιά και η Αριστερά θεμελιώνονται σε διαφορετικές οντολογίες της εξουσίας. Η Δεξιά βασίζεται σε αυτό που ο Graeber αποκαλεί «πολιτική οντολογία της βίας» — το να είσαι ρεαλιστής σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τις δυνάμεις της καταστροφής. Η Αριστερά, αντίθετα, προτείνει διαχρονικά μια «πολιτική οντολογία της φαντασίας» — μια θεώρηση όπου η δημιουργικότητα και η εφευρετικότητα αποτελούν τις θεμελιώδεις οντολογικές αρχές. Ο ίδιος ο Μαρξ, υπενθυμίζει ο Graeber, επέμενε ότι αυτό που διακρίνει τους ανθρώπους από τα ζώα είναι ότι οι αρχιτέκτονες, σε αντίθεση με τις μέλισσες, πρώτα υψώνουν τις κατασκευές τους στη φαντασία. Η ανθρωπολογία του Graeber είναι, στον πυρήνα της, μια ανθρωπολογία των ανθρώπινων δυνατοτήτων — μια προσπάθεια να δείξει ότι η κοινωνική πραγματικότητα που θεωρούμε αναπόφευκτη είναι, στην πραγματικότητα, απλώς μία επιλογή μεταξύ πολλών. Ότι οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους με ριζικά διαφορετικούς τρόπους σε άλλους τόπους και χρόνους — και μπορούν να το κάνουν ξανά. «Τα τελευταία τριάντα χρόνια», έγραφε, «έχουν δει την κατασκευή ενός τεράστιου γραφειοκρατικού μηχανισμού για τη δημιουργία και διατήρηση της απελπισίας — ένα γιγάντιο μηχάνημα σχεδιασμένο, πρώτα και κύρια, να καταστρέφει κάθε αίσθηση πιθανών εναλλακτικών μελλόντων». Αυτό ακριβώς λείπει από τις δύο αφηγήσεις που κυριαρχούν: η αίσθηση ότι υπάρχουν εναλλακτικά μέλλοντα. VI. Υπάρχει και μια πιο ανησυχητική διάσταση. Σύμφωνα με έρευνα της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ που δημοσιεύτηκε σε διεθνές περιοδικό, μόλις το 30% των Ελλήνων απορρίπτει πλήρως τις θεωρίες συνωμοσίας. Το υπόλοιπο 70% έχει κάποιου τύπου συνωμοσιολογική άποψη, έστω και ασθενή. Ένα 50% «ακούει θετικά» την άποψη ότι οι κυβερνήσεις μεγεθύνουν επίτηδες τους αριθμούς θανάτων για να τρομάξουν τον κόσμο. Ένα 20% πιστεύει ακράδαντα ότι οι κυβερνήσεις δημιούργησαν τον ιό COVID για να προκαλέσουν οικονομική κρίση. Διεθνής έρευνα έδειξε την Ελλάδα στη δεύτερη θέση παγκοσμίως — μετά τη Νιγηρία — σε πίστη ότι οι αρχές «επίτηδες μεγεθύνουν τους αριθμούς των θανάτων». Και άλλη έρευνα κατέγραψε ότι 68% των Ελλήνων θέλει μεγάλες αλλαγές αλλά δεν πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν αποτελεσματικά. Αυτά τα νούμερα δεν περιγράφουν μια κοινωνία που έχει χάσει κάθε αίσθηση του δυνατού — μια κοινωνία που, μη μπορώντας να φανταστεί πραγματική αλλαγή, καταφεύγει είτε σε συνωμοσιολογικές ερμηνείες είτε σε μεσσιανικές προσδοκίες. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να κατασκευάσεις έναν μύθο. Το δύσκολο είναι να σκοτώσεις τον δράκο. VII. Ας επιστρέψουμε στα νούμερα. Η Cosmote TV έχει περίπου 750.000 συνδρομητές. Αυτοί είδαν το «Ριφιφί» νόμιμα. Πόσοι άλλοι το είδαν μέσω εναλλακτικών δικτύων; Ο «Καποδίστριας» έχει ξεπεράσει τα 800.000 εισιτήρια και φιλοδοξεί να φτάσει τα 860.000 του «Υπάρχω». Αν το καταφέρει, θα γίνει η τέταρτη εμπορικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών — μετά την «Πολίτικη Κουζίνα», τη «Λούφα και Παραλλαγή» και το «Safe Sex». Τι μας λέει αυτή η λίστα; Ότι οι Έλληνες πηγαίνουν μαζικά στον κινηματογράφο για κωμωδίες, νοσταλγία και εθνικά αφηγήματα. VIII. Υπάρχει έξοδος από αυτό το δίλημμα; Ο Graeber πρότεινε μια «ανθρωπολογία της ελπίδας» — μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε και να αρχειοθετήσουμε τους εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους, ώστε να διαλύσουμε την ψευδαίσθηση ότι ο τρέχων τρόπος είναι ο μόνος δυνατός. Αυτό δεν σημαίνει ουτοπισμό. Σημαίνει ιστορική φαντασία — τη δυνατότητα να φανταστούμε ότι, αν οι άνθρωποι μπόρεσαν να ζήσουν διαφορετικά στο παρελθόν, μπορούν να ζήσουν διαφορετικά και στο μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία δεν διαθέτει αυτή την αφήγηση. Οι δύο κυρίαρχες επιλογές — η εκδίκηση και ο μεσσίας — είναι αμφότερες παθητικές: η πρώτη αντιδρά στο παρελθόν, η δεύτερη περιμένει το μέλλον να έρθει από αλλού. Καμία δεν προτείνει στην κοινωνία να οργανωθεί συλλογικά, να πειραματιστεί με νέες μορφές, να δημιουργήσει η ίδια τις εναλλακτικές της. Και να μην ξεχνιόμαστε, υπάρχουν εναλλακτικές συλλογικού και αυτοοργανωμένου χαρακτήρα με τα δικά τους βέβαια όρια και προβληματικές. IX. Ας μην παρεξηγηθώ: δεν κατηγορώ τον Τσαφούλια. Έκανε εξαιρετική δουλειά. Το «Ριφιφί» είναι μια σπαρακτικά ανθρώπινη σειρά που αγγίζει κάτι πραγματικό — αλλιώς δεν θα είχε αυτή την απήχηση. Ο Σμαραγδής είναι άλλη υπόθεση. Ο «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς μια «φιλόδοξη ιστορική υπερπαραγωγή». Είναι συνειδητά εθνικιστικός κινηματογράφος — με αισθητική που θυμίζει παραγωγές που προτιμούμε να μην θυμόμαστε. Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο τι έκαναν αυτοί. Το ζήτημα είναι τι μας λέει η επιτυχία τους για εμάς. Και αυτό που μας λέει είναι ότι, δεκαπέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η κοινωνία παραμένει παγιδευμένη μεταξύ δύο αδιεξόδων: μιας εκδίκησης χωρίς ορίζοντα και ενός μεσσία που άλλοτε έρχεται και έπειτα φεύγει και έρχεται ένας άλλος και πάει λέγοντας. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να νικήσει κάποια από τις δύο αφηγήσεις. Είναι να αναπτυχθεί μια άλλη. Να αναπτυχθεί λέω, διότι έχει γεννηθεί εδώ και δεκαετίες. Μια αφήγηση που δεν θα περιμένει τον σωτήρα, αλλά θα οργανώνει το παρόν. Μια αφήγηση που δεν θα αρκείται στην εκδίκηση, αλλά θα οικοδομεί το ανταγωνιστικό άλλο, το εναλλακτικό, πες το όπως θες. Μια πολιτική της ελπίδας — στο πνεύμα του Graeber — που θα θυμίζει ότι οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πάντα μεγαλύτερες από όσο νομίζουμε. ε και μετά απόλα αυτά, στις 29 Γενάρη κάνει πρεμιέρα η άλλη κριντζιά για τον «Άγιο Παΐσιο»...και τι να πει κανείς.. Διαβάστε επίσης: David Graeber, Revolutions in Reverse: Essays on Politics, Violence, Art, and Imagination (Minor Compositions, 2011) David Graeber, Fragments of an Anarchist Anthropology (Prickly Paradigm Press, 2004) David Graeber & David Wengrow, The Dawn of Everything: A New History of Humanity (Farrar, Straus and Giroux, 2021) Ayça Çubukçu, «David Graeber's Anthropology of Human Possibilities» (Theory and Society, 2024) Claudio Sopranzetti, «David Graeber's rhythm of developing thought: On poetics, imagination, and estrangement» (Anthropological Theory, 2025) Έρευνα ΑΠΘ – Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, «Θεωρίες συνωμοσίας και COVID-19 στην Ελλάδα» (Journal of Affective Disorders, 2020) About People, «Έρευνα για θεωρίες συνωμοσίας στην Ελλάδα» (2025) κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

  • Με αφορμή τη χθεσινή «φονική κακοκαιρία»: Σημειώσεις για μια οντολογία της πλημμύρας

    Ι. Στις πρώτες σελίδες της Πολιτικής Θεολογίας , ο Carl Schmitt διατυπώνει μια πρόταση που μοιάζει απλή αλλά είναι εκρηκτική: «Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης». Η φράση αυτή, γραμμένη το 1922, περιγράφει μια λογική που υπερβαίνει κατά πολύ τα πολιτειακά της συμφραζόμενα. Δεν μιλά απλώς για δικτάτορες και κράτη έκτακτης ανάγκης. Μιλά για τη δομή της ίδιας της κυριαρχίας: εκείνο που καθορίζει ποιος κυβερνά δεν είναι η κανονικότητα, αλλά η εξαίρεση. Ο νόμος ισχύει μόνο όταν κάποιος μπορεί να τον αναστείλει. Τι σχέση έχει αυτό με τη βροχή; Ολόκληρη. Η χθεσινή μετεωρολογική «κατάσταση εξαίρεσης» — ο κόκκινος συναγερμός, η έκτακτη ανάγκη, η «ακραία καιρική έξαρση» — δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο που απλώς τυχαίνει  να απαιτεί πολιτική απόκριση. Είναι ακριβώς το σημείο όπου αποκαλύπτεται η δομή της εξουσίας. Ποιος αποφασίζει ότι αυτή η βροχή είναι κρίση; Ποιος ορίζει τι είναι «κανονικό» και τι «έκτακτο»; Και κυρίως: ποιος έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η βροχή να μετατρέπεται σε καταστροφή; Χθες, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής ρεπορτάζ, η πλημμύρα άφησε πίσω της και δύο νεκρούς — κι αυτό, αντί να κλείνει τη συζήτηση, την ανοίγει. ΙΙ. Την 1η Νοεμβρίου 1755, την ημέρα των Αγίων Πάντων, η Λισαβόνα καταστράφηκε. Ο σεισμός, το τσουνάμι, η φωτιά — 30.000–60.000 νεκροί. Οι εκκλησίες κατέρρευσαν πάνω στους πιστούς τη στιγμή της λειτουργίας. Η καταστροφή αυτή δεν ήταν απλώς μια τραγωδία. Ήταν μια επιστημολογική ρωγμή. Ο Βολταίρος, στο Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας  και αργότερα στον Καντίντ , διαλύει τη θεοδικία του Leibniz — την ιδέα ότι ζούμε στον «καλύτερο δυνατό κόσμο». Ο Theodor Adorno θα γράψει αργότερα: «Ο σεισμός της Λισαβόνας αρκούσε για να θεραπεύσει τον Βολταίρο από τη θεοδικία του Leibniz». Αλλά ο Ρουσσώ απάντησε με κάτι πιο ριζοσπαστικό: δεν φταίει η φύση. Φταίνε οι άνθρωποι που έχτισαν ψηλά κτίρια σε ασταθές έδαφος, που στοίβαξαν πληθυσμούς σε στενά σοκάκια. Η φύση έστειλε σεισμό· η κοινωνία δημιούργησε καταστροφή. Ο διαχωρισμός αυτός — μεταξύ φυσικού φαινομένου και κοινωνικής καταστροφής — θεμελιώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογική παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας. ΙΙΙ. Οι Anthony Oliver-Smith και Susanna Hoffman, στο Catastrophe and Culture: The Anthropology of Disaster , διατυπώνουν μια θέση που η δημοσιογραφία αρνείται συστηματικά να κατανοήσει: δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές. Υπάρχουν φυσικά φαινόμενα — σεισμοί, πλημμύρες, ξηρασίες — που γίνονται καταστροφικά μόνο όταν συναντούν ευάλωτους πληθυσμούς. Η ευπάθεια δεν είναι φυσική κατάσταση· είναι κοινωνική κατασκευή. «Οι καταστροφές», γράφουν, «αποκαλύπτουν και γίνονται έκφραση των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ φυσικών, βιολογικών και κοινωνικο-πολιτισμικών συστημάτων». Αυτό σημαίνει κάτι συγκεκριμένο: η πλημμύρα δεν είναι νερό. Η πλημμύρα είναι νερό συν μπαζωμένα ρέματα, συν αυθαίρετα, συν ανύπαρκτα αντιπλημμυρικά, συν τσιμεντοποίηση, συν δεκαετίες πολιτικών επιλογών που κατανέμουν άνισα τον κίνδυνο. IV. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, στο Ισχύς και Απόφαση , περιγράφει την έσχατη πραγματικότητα του πολιτικού: «Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά για τη διεύρυνση της ισχύος τους». Σε αυτή τη θεώρηση, η πολιτική δεν είναι διαχείριση συμφερόντων αλλά πεδίο σύγκρουσης για αυτοσυντήρηση και επέκταση. Αλλά η νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα έχει κατορθώσει κάτι πιο ύπουλο: έχει αποσυνδέσει τη σχέση αιτίας–αιτιατού. Η πλημμύρα δεν «προκαλείται» από πολιτικές αποφάσεις — απλώς «συμβαίνει». Οι νεκροί δεν «παράγονται» από συστημική αμέλεια — απλώς «υπάρχουν». Η γλώσσα του τεχνοκρατικού διαχειρισμού — «κόκκινος κώδικας», «ακραία φαινόμενα», «κλιματική κρίση» — λειτουργεί ως μηχανισμός απόκρυψης: ονοματίζει τον κίνδυνο χωρίς ποτέ να ονοματίζει τον υπεύθυνο. Ο Κονδύλης θα έλεγε: αυτό δεν είναι λάθος — είναι στρατηγική. Η εξατομίκευση του κινδύνου («μείνετε σπίτι», «πάρτε μέτρα», «είστε υπεύθυνοι για την ασφάλειά σας») είναι μια μορφή κυριαρχίας: μεταθέτει την ευθύνη από τη συλλογική δομή στο ατομικό σώμα, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα επέμβασης όταν η κρίση γίνει διαχειρίσιμη ως θέαμα. V. Ο Αγκάμπεν, επεκτείνοντας τον Schmitt και τον Foucault, εισάγει την έννοια της «γυμνής ζωής» — της nuda vita . Στο Homo Sacer , περιγράφει μια φιγούρα του ρωμαϊκού δικαίου: ο «ιερός άνθρωπος» είναι εκείνος που μπορεί να φονευθεί χωρίς αυτό να συνιστά φόνο, αλλά δεν μπορεί να θυσιαστεί στους θεούς. Βρίσκεται ταυτόχρονα εντός και εκτός του νόμου — σε μια ζώνη αδιακριτότητας. «Η γυμνή ζωή», γράφει ο Αγκάμπεν, «δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Τι είναι ο πλημμυροπαθής αν όχι ένας σύγχρονος homo sacer ; Το σώμα του υπόκειται στη διαχείριση της κρίσης αλλά δεν προστατεύεται πραγματικά από τον νόμο. Η ζωή του αναγνωρίζεται ως αξία μόνο στη στιγμή της απώλειάς της — ως στατιστικό στοιχείο, ως «θύμα ακραίου καιρικού φαινομένου». Μέχρι τότε, είναι απλώς βιολογική ύπαρξη σε έκτακτες συνθήκες. VI. Υπάρχει ένα αρχείο που λίγοι γνωρίζουν. Το ΚΕΠΥ (Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία) έχει αποδώσει ανάλυση δεδομένων θνησιμότητας μετά τον κυκλώνα Daniel τον Σεπτέμβριο του 2023. Η επίσημη καταμέτρηση μίλησε για 17 νεκρούς. Η υπερθνησιμότητα που καταγράφηκε στο τρίμηνο μετά την καταστροφή αποτιμήθηκε σε 335 ανθρώπους. Η διαφορά δεν είναι στατιστικό σφάλμα. Είναι πολιτική κατασκευή. Ποιος μετρά ως θύμα της καταστροφής; Αυτός που πνίγηκε τη στιγμή της πλημμύρας ή αυτός που πέθανε τρεις εβδομάδες αργότερα από πνευμονία επειδή το σπίτι του δεν είχε θέρμανση; Ο αγρότης που έχασε τα ζώα του ή εκείνος που αυτοκτόνησε όταν συνειδητοποίησε ότι η αποζημίωση δεν θα έρθει ποτέ; Η κατηγοριοποίηση του θανάτου είναι βιοπολιτική πράξη. Η κυρίαρχη εξουσία δεν αποφασίζει μόνο ποιος ζει και ποιος πεθαίνει — αποφασίζει και πώς μετράται ο θάνατος. Αποφασίζει ποιος θάνατος αξίζει να καταγραφεί ως «καταστροφή» και ποιος εξαφανίζεται στη στατιστική ρουτίνα. VII. Ο Benjamin έγραψε: «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης” στην οποία ζούμε δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας». Η πρόταση αυτή, γραμμένη το 1940, περιγράφει με ακρίβεια τη σημερινή κλιματική κατάσταση. Η «ακραιότητα» έχει γίνει μόνιμη. Ο «κόκκινος κώδικας» επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά ώστε να έχει χάσει κάθε έκτακτο χαρακτήρα. Αλλά εδώ βρίσκεται και η πολιτική ιδιοφυΐα του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος: διατηρεί τη γλώσσα της εξαίρεσης ακόμη κι όταν η εξαίρεση έχει γίνει δομή. Κάθε καταστροφή παρουσιάζεται ως «πρωτοφανής», κάθε κρίση ως «απρόβλεπτη» — ακόμη κι όταν οι επιστήμονες την προβλέπουν εδώ και δεκαετίες. Η ρητορική της έκπληξης συγκαλύπτει τη συστημικότητα της καταστροφής. VIII. Η Μάνδρα, 15 Νοεμβρίου 2017. 24 νεκροί. 1.064 κατεστραμμένα κτίρια. Η πόλη είχε χτιστεί πάνω σε μπαζωμένα ρέματα, χωρίς αντιπλημμυρική προστασία. Η εισαγγελέας αποκάλεσε την καταστροφή «χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος». Η φράση αυτή είναι κλειδί. Όχι «τραγωδία», όχι «φυσική καταστροφή», αλλά έγκλημα. Και μάλιστα προαναγγελθέν. Η δικαστική έρευνα κατέληξε στην καταδίκη τριών ατόμων για πρόκληση πλημμύρας — αλλά κανενός για τους θανάτους. Η διάκριση είναι σημαντική: το σύστημα αναγνώρισε ότι η πλημμύρα ήταν ανθρωπογενής, αλλά αρνήθηκε να συνδέσει την ανθρωπογενή πλημμύρα με τους ανθρώπινους θανάτους. Η αποσύνδεση αυτή είναι νομική τεχνική, αλλά είναι και κάτι βαθύτερο: είναι ο τρόπος με τον οποίο η κυρίαρχη εξουσία προστατεύεται από τις συνέπειες των πράξεών της. Αν οι νεκροί της πλημμύρας είναι «θύματα της φύσης», τότε κανείς δεν τους σκότωσε. Αν είναι θύματα πολιτικής, τότε κάποιος θα έπρεπε να δικαστεί για φόνο. IX. Ο Schmitt, παρά την ιδεολογική του φόρτιση (φόρεσε τη στολή του Ναζί), κατάλαβε κάτι ουσιώδες: η κυριαρχία δεν αποκαλύπτεται στην κανονικότητα αλλά στην κρίση. Και η κρίση — η πλημμύρα, η καταστροφή, η «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» — είναι η στιγμή όπου φαίνεται ποιος πραγματικά αποφασίζει. Ποιος αποφασίζει ότι τα αντιπλημμυρικά έργα μπορούν να περιμένουν; Ποιος αποφασίζει ότι η πολεοδόμηση μπορεί να αγνοεί τα ρέματα; Ποιος αποφασίζει ότι ο διανομέας της Wolt πρέπει να δουλεύει με κόκκινο συναγερμό ενώ ο υπουργός μένει σπίτι; Η απάντηση δεν είναι ένα πρόσωπο. Είναι μια δομή. Αλλά η δομή έχει ονόματα, διευθύνσεις, αρχείο αποφάσεων. Η κλιματική κρίση δεν είναι ατύχημα — είναι αποτέλεσμα. Και η πλημμύρα δεν είναι φύση — είναι πολιτική με άλλα μέσα. X. Η Naomi Klein, στο Δόγμα του σοκ , περιέγραψε πώς οι καταστροφές γίνονται ευκαιρίες για τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση. Αλλά υπάρχει κάτι βαθύτερο: οι καταστροφές δεν είναι μόνο ευκαιρίες για το νεοφιλελεύθερο σύστημα — είναι και προϊόντα του. Η κλιματική κρίση είναι το αποτέλεσμα δύο αιώνων βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ευπάθεια των πληθυσμών είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών αποεπένδυσης από τις δημόσιες υποδομές. Η επαναληψιμότητα της καταστροφής είναι εγγεγραμμένη στη λογική του συστήματος. Με αυτή την έννοια, κάθε πλημμύρα είναι ταυτόχρονα φυσικό φαινόμενο, τεχνική αποτυχία, πολιτική επιλογή και ταξική βία. Η βροχή πέφτει αδιάκριτα — αλλά ο θάνατος κατανέμεται άνισα. Πεθαίνουν αυτοί που δεν μπορούν να «μείνουν σπίτι» γιατί δεν έχουν σπίτι ασφαλές. Πεθαίνουν αυτοί που πρέπει να δουλέψουν ακόμη κι όταν η πολιτεία τους λέει να μην κυκλοφορούν. Πεθαίνουν αυτοί που ζουν στα ρέματα, στα υπόγεια, στις παράγκες — εκεί όπου το νερό πάντα καταλήγει. Η βροχή, λοιπόν, δεν είναι νερό. Είναι κατηγορία. Είναι το σημείο όπου φαίνεται η δομή της εξουσίας, η κατανομή του κινδύνου, η οργάνωση της ευπάθειας. Είναι, με τους όρους του Schmitt, κατάσταση εξαίρεσης — μόνο που η εξαίρεση έχει γίνει κανόνας. Κι αν όντως «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης», τότε κάθε φορά που κηρύσσεται κόκκινος συναγερμός πρέπει να ρωτάμε: ποιος τον κήρυξε; Με ποιο δικαίωμα; Και κυρίως: ποιος δημιούργησε τις συνθήκες που τον καθιστούν αναγκαίο; Η βροχή είναι νερό. Η πλημμύρα είναι πολιτική.   Διαβάστε επίσης: Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία , μτφρ. Παναγιώτης Κονδύλης, Κουκκίδα, Αθήνα, 2016 Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση: Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών , Στιγμή, Αθήνα, 2001 Carl Schmitt, Άμλετ ή Εκάβη: Η εισβολή του χρόνου στο παιχνίδι , μτφρ. Ηρακλής Πεκιαρίδης, επιμ. Δημήτρης Δημόπουλος, (σειρά: Λεβιάθαν), Κουκκίδα, 2021. Giorgio Agamben, Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή , μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Scripta/Έρμα, Αθήνα Giorgio Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης , μτφρ. Μαρία Οικονομίδου, Πατάκης, Αθήνα Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας , στο Δοκίμια για την τέχνη , μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Κάλβος Susanna Hoffman & Anthony Oliver-Smith (eds.), Catastrophe and Culture: The Anthropology of Disaster , School of American Research Press, 2002 Naomi Klein, Το Δόγμα του Σοκ: Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής , μτφρ. Μ. Κουτσούδη, Λιβάνης, 2008 ΚΕΠΥ, «Ανάλυση υπερθνησιμότητας στις πληγείσες περιοχές από τον κυκλώνα Daniel», 2024 Voltaire, Poème sur le désastre de Lisbonne (1756) / Candide  (1759) Theodor Adorno, Negative Dialectics , Routledge κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

  • Η Θεσμικότητα ως Υποκατάστατο Πολιτικής: Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Απομάκρυνση από τη Σοβαρότητα των Καιρών

    Σε περιόδους ιστορικής καμπής, η πολιτική δεν κρίνεται από τη συμμόρφωσή της στους θεσμούς, αλλά από την ικανότητά της να συγκρούεται μαζί τους. Κι όμως, η σύγχρονη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε μια ρητορική και πρακτική «θεσμικότητας», η οποία όχι μόνο δεν απαντά στο βάθος της κοινωνικής κρίσης, αλλά λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής σοβαρότητας. Η επίκληση των θεσμών, της κανονικότητας και των περιορισμών παρουσιάζεται ως υπευθυνότητα, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά πολιτική αδυναμία. Ο Robert Grafstein, στο κλασικό του άρθρο The Problem of Institutional Constraint , αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο που συχνά αποσιωπάται: οι θεσμοί δεν είναι απλώς περιορισμοί που δεσμεύουν τη δράση των πολιτικών υποκειμένων, αλλά αποτελέσματα συγκεκριμένων ιστορικών ισορροπιών δύναμης. Οι περιορισμοί δεν είναι εξωτερικοί ούτε ουδέτεροι· είναι ενσωματωμένοι σε σχέσεις εξουσίας και αναπαράγουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Όταν η πολιτική αποδέχεται τους θεσμούς ως αδιαπραγμάτευτο πλαίσιο, παραιτείται εκ των προτέρων από τη δυνατότητα μετασχηματισμού τους. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα της σημερινής θεσμικής αυτοπαρουσίασης του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί να αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως πεδίο σύγκρουσης, τους αντιμετωπίζει ως εγγύηση σοβαρότητας. Αντί να αναδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, της δικαιοσύνης ή των ευρωπαϊκών μηχανισμών, τους επικαλείται ως ουδέτερους διαιτητές που απλώς χρειάζονται «καλύτερη διαχείριση». Αυτή η στάση δεν αποτελεί υπέρβαση της ήττας του 2019· αποτελεί τη θεωρητική της παγίωση. Η θεσμικότητα, όπως χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο του κόμματος, λειτουργεί αποπολιτικοποιητικά. Μετατρέπει τη σύγκρουση σε διαδικασία, την κοινωνική αγανάκτηση σε αίτημα διαβούλευσης και την κρίση αναπαράστασης σε πρόβλημα επικοινωνίας. Όμως, όπως υπενθυμίζει έμμεσα ο Grafstein, όταν οι θεσμοί παρουσιάζονται ως σταθεροί και αναπόδραστοι περιορισμοί, τότε η πολιτική δράση περιορίζεται σε επιλογές εντός ενός πλαισίου που έχει ήδη καθοριστεί από άλλους. Σε μια εποχή κοινωνικής αποδιάρθρωσης, ακραίων ανισοτήτων, αυταρχικής στροφής του κράτους και απονομιμοποίησης των αντιπροσωπευτικών μηχανισμών, η εμμονή στη θεσμική κανονικότητα δεν είναι ένδειξη ωριμότητας, αλλά άρνηση της πραγματικότητας. Η σοβαρότητα των καιρών απαιτεί πολιτική που να αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν «χάλασαν», αλλά λειτουργούν ακριβώς όπως σχεδιάστηκαν: ως μηχανισμοί σταθεροποίησης μιας κοινωνικής τάξης που καταρρέει προς όφελος των λίγων. Η θεσμική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ αποσυνδέεται έτσι από τα πραγματικά υποκείμενα της κρίσης. Δεν απευθύνεται στους εργαζόμενους, στους επισφαλείς, στους αποκλεισμένους, αλλά σε έναν αφηρημένο «ορθολογικό πολίτη» που υποτίθεται πως ζητά απλώς καλύτερη λειτουργία των θεσμών. Όμως η πολιτική, όπως και οι θεσμοί, δεν είναι ουδέτερη. Και όταν ένα κόμμα της Αριστεράς αρνείται να τοποθετηθεί απέναντι στους θεσμούς ως σχέσεις δύναμης, τότε παύει να λειτουργεί ως δύναμη μετασχηματισμού και μετατρέπεται σε διαχειριστή περιορισμών. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αρκετά θεσμικός. Είναι ότι είναι θεσμικός με λάθος τρόπο και τη λάθος στιγμή. Σε μια ιστορική συγκυρία που απαιτεί ρήξεις, επιλέγει προσαρμογές. Σε μια περίοδο που η κοινωνία αμφισβητεί τη νομιμοποίηση των θεσμών, το κόμμα επενδύει στην αποκατάστασή τους χωρίς να αμφισβητεί το περιεχόμενό τους. Έτσι, η θεσμικότητα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ιδεολογία. Αν η Αριστερά θέλει να επανέλθει ως σοβαρός πολιτικός δρων, οφείλει να θυμηθεί αυτό που η θεωρία – από τον Μαρξ έως τον Grafstein – υπενθυμίζει διαρκώς: οι θεσμοί δεν περιορίζουν απλώς την πολιτική· είναι το πεδίο όπου η πολιτική είτε συγκρούεται είτε παραδίδεται. Και σήμερα, η παράδοση βαφτίζεται επικίνδυνα «υπευθυνότητα». Διαβάστε επίσης: Grafstein, R. (1988). The problem of institutional constraint . The Journal of Politics, 50 (3), 577–599. https://doi.org/10.2307/2131463 κείμενο: Αριστόνικος_

  • Από τον δημόσιο λόγο στη δημόσια κανονικότητα: πώς τα media κατασκευάζουν ένα νέο συντηρητισμό

    Η δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε γύρω από τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτισμικής αντιπαράθεσης. Είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της γλώσσας που επιλέγουν και του πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσουν μια δήλωση, συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός νέου – συχνά υπόγειου – κύματος συντηρητισμού στον δημόσιο λόγο. Η ίδια η δήλωση, αποσπασματικά παρουσιασμένη ως «άποψη υπέρ της δημόσιας διαβούλευσης για τις αμβλώσεις», μετατοπίστηκε σχεδόν άμεσα από το πλαίσιο της κοινωνικής και υγειονομικής συζήτησης στο πεδίο της ηθικής σύγκρουσης. Το ζήτημα δεν τέθηκε ως δικαίωμα, ούτε ως ζήτημα πρόσβασης των γυναικών σε υπηρεσίες υγείας, αλλά ως ένα «αμφιλεγόμενο θέμα αξιών». Αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτική. Όπως επισημαίνουν οι Simon και Jerit στη θεωρητική τους προσέγγιση, τα media λειτουργούν ως κρίσιμος μεσολαβητής ανάμεσα στον πολιτικό λόγο και την κοινή γνώμη, όχι μεταφέροντας απλώς πληροφορίες, αλλά αναδομώντας το νόημά τους . Όταν τα μέσα επιλέγουν να αναδείξουν συγκεκριμένες λέξεις, φράσεις ή αντιδράσεις και να αποσιωπήσουν άλλες, ουσιαστικά καθορίζουν ποια ερμηνεία θα γίνει κυρίαρχη. Το κοινό δεν διαμορφώνει άποψη επί του πλήρους λόγου, αλλά επί της εκδοχής του λόγου που του παρουσιάζεται. Στην περίπτωση των αμβλώσεων, η επιλογή λέξεων όπως «ηθικό δίλημμα», «ζήτημα ζωής», ή «δημόσια διαβούλευση» δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα — τη νοηματοδοτεί . Μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων στο επίπεδο της συλλογικής κρίσης και της ηθικής επιτήρησης. Πρόκειται για έναν γλωσσικό μηχανισμό που, σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας, καθιστά ορισμένες πολιτικές θέσεις πιο «λογικές», πιο «μετριοπαθείς» και τελικά πιο κοινωνικά αποδεκτές. Η συμβολή των media εδώ δεν έγκειται μόνο στην προβολή συντηρητικών φωνών, αλλά στη φυσικοποίηση του συντηρητικού πλαισίου . Όταν ένα θεμελιωμένο δικαίωμα παρουσιάζεται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή «διαλόγου», τότε παύει να είναι αυτονόητο. Όπως τονίζουν οι Simon και Jerit, η επαναλαμβανόμενη έκθεση του κοινού σε τέτοια πλαίσια οδηγεί στη σταδιακή αναδόμηση των πολιτικών του στάσεων, όχι μέσα από πειθώ, αλλά μέσα από εξοικείωση. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: ο σύγχρονος συντηρητισμός δεν επιβάλλεται με απαγορεύσεις, αλλά εισάγεται γλωσσικά . Δεν εμφανίζεται ως ακραίος, αλλά ως «λογικός», «συζητήσιμος», «ισορροπημένος». Τα media, λειτουργώντας ως φίλτρο πολιτικού λόγου, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η αμφισβήτηση δικαιωμάτων δεν παρουσιάζεται ως οπισθοδρόμηση, αλλά ως ώριμη κοινωνική συζήτηση. Η υπόθεση Καρυστιανού αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Η δημόσια σφαίρα δεν οργανώθηκε γύρω από τις πραγματικές συνθήκες που οδηγούν μια γυναίκα στην άμβλωση, ούτε γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες ή τις δομές υποστήριξης. Αντίθετα, οργανώθηκε γύρω από μια ηθικοποιημένη αφήγηση, στην οποία τα media λειτούργησαν ως καταλύτης. Όχι επειδή «πήραν θέση», αλλά επειδή επέλεξαν το πλαίσιο . Σε αυτό το πλαίσιο, ο συντηρητισμός δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί να ειπωθεί με τις σωστές λέξεις, τη σωστή στιγμή, από τα σωστά μέσα. Διαβάστε επίσης: Simon, A.F. and Jerit, J. (2007) ‘Toward a theory relating political discourse, media, and public opinion’, Journal of Politics , 69(1), pp. 254–271. doi:10.1111/j.1468-2508.2007.00526.x. ** Η εικόνα του άρθρου αποτελεί το photomontage της Hannah Höch Cut with the Kitchen Knife Dada Through the Last Weimar Beer-Belly Cultural Epoch in Germany  (1919–1920). Το έργο είναι μια αιχμηρή πολιτισμική κριτική της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με υλικό κομμένο από εφημερίδες, περιοδικά και έντυπα μαζικής κουλτούρας, η Höch δείχνει τη δημόσια ζωή ως ένα πεδίο που “συναρμολογείται” από θραύσματα: πολιτικούς, στρατιωτικές φιγούρες, τεχνολογία, θέαμα, μαζικές συγκεντρώσεις. Η ίδια η αισθητική του κοψίματος/επικόλλησης λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη σύγχυση και τις αντιφάσεις της νέας τάξης πραγμάτων, ενώ ο τίτλος (“beer-belly culture”) σατιρίζει μια αυτάρεσκη, ανδροκεντρική κανονικότητα. Το “κουζινομάχαιρο” – οικιακό σύμβολο – γίνεται εργαλείο αποδόμησης της δημόσιας εξουσίας και των έμφυλων ιεραρχιών, με έμφαση στη «Νέα Γυναίκα» και στη διαπλοκή πολιτικής, εικόνας και μαζικών στερεοτύπων. κείμενο: Αριστόνικος_

  • Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση»: Η Αρκτική, το ΝΑΤΟ και η αυτοδιάθεση των Ινουίτ

    Ο αναλυτής Pavel Devyatkin και η ακτιβίστρια–δικηγόρος Aaju Peter μιλούν στο Democracy Now!  για τη γεωπολιτική της Γροιλανδίας, τους κινδύνους κλιμάκωσης και το αίτημα των αυτοχθόνων για κυριαρχία. Στοιχεία συνέντευξης Συνεντευκτές / Παρουσίαση (ερωτήσεις): Amy Goodman Juan González Συνεντευξιαζόμενοι (απαντήσεις): Pavel Devyatkin   — αναλυτής (Quincy Institute, The Arctic Institute) Aaju Peter  — ακτιβίστρια των Ινουίτ της Γροιλανδίας & δικηγόρος ( Twice Colonized ) Μορφή κειμένου:  Επιμελημένη ελληνική απόδοση σε μορφή Ερωτήσεων–Απαντήσεων (Q&A). Σημείωση:  Όπου στο πρωτότυπο υπήρχαν μη καθαρά σημεία, σημειώνεται [μη ευκρινές] . Εισαγωγή Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο αναλυτής Pavel Devyatkin  και η ακτιβίστρια/δικηγόρος των Ινουίτ Aaju Peter  συζητούν για το γιατί η Γροιλανδία έχει μπει ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, τι σημαίνει αυτό για την ευρωατλαντική ασφάλεια και —πάνω απ’ όλα— γιατί οι αυτόχθονες της περιοχής επιμένουν ότι το μέλλον του τόπου τους δεν μπορεί να αποφασίζεται χωρίς τους ίδιους. Η συνέντευξη (Q&A) Amy Goodman:  Μαζί μας δύο καλεσμένοι. Ο Pavel Devyatkin, ερευνητής στο Quincy Institute και ανώτερος συνεργάτης στο The Arctic Institute. Και από την καναδική πόλη Iqaluit, λίγο νότια του Αρκτικού Κύκλου, η Aaju Peter, ακτιβίστρια των Ινουίτ της Γροιλανδίας και δικηγόρος, γνωστή και από το ντοκιμαντέρ Twice Colonized . Καλώς ήρθατε και οι δύο. Pavel, τι διακυβεύεται αυτή τη στιγμή και πώς αντιδρά η Δανία — και, κυρίως, οι άνθρωποι της Γροιλανδίας; Pavel Devyatkin:  Ευχαριστώ, Amy.Ο Τραμπ λέει ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία για την εθνική ασφάλεια. Όμως οι απειλές του, στην πραγματικότητα, υπονομεύουν την ασφάλεια και απειλούν να διαλύσουν το διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς. Στην προσπάθεια απόκτησης της Γροιλανδίας, οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται σαν κράτος-παρίας, με απερίσκεπτη εξωτερική πολιτική. Δεν υπάρχει στρατιωτική απειλή προς τις ΗΠΑ από τη Γροιλανδία, ούτε κίνδυνος η Γροιλανδία να συνάψει στρατιωτικές συμμαχίες με τη Ρωσία ή την Κίνα. Αυτό είναι καθαρός ιμπεριαλισμός. Ισχυρίζεται ότι ρωσικά και κινεζικά πλοία βρίσκονται κατά μήκος των ακτών της Γροιλανδίας και ότι η Δανία δεν μπορεί να την προστατεύσει. Αυτό δεν ισχύει. Συγχέει διαφορετικά σημεία της Αρκτικής. Ρωσία και Κίνα στέλνουν πλοία στην Αρκτική, αλλά όχι κοντά στη Γροιλανδία — βρίσκονται πολύ μακριά, στις θάλασσες Μπάρεντς και Μπέρινγκ. Και οι ΗΠΑ ήδη έχουν ρόλο στη στρατιωτική ασφάλεια στη Γροιλανδία, λόγω συμφωνίας του 1951 με τη Δανία, που τους δίνει τον έλεγχο στρατιωτικής βάσης στον μακρινό βορρά του νησιού. Συχνά, όταν μιλά για τη Γροιλανδία, την “ταυτίζει” με τη βάση Πιτουφίκ, υποστηρίζοντας ότι ο μόνος τρόπος να είναι ασφαλής η βάση είναι να “ανήκει” στις ΗΠΑ η γη κάτω από αυτή. Αυτό που βλέπουμε είναι μια επικίνδυνη λογική «το δίκαιο του ισχυρού». Ποντάρουν στην ωμή στρατιωτική ισχύ για να καταλάβουν έδαφος από μια κυρίαρχη χώρα. Και αυτή τη στιγμή συζητείται πώς θα μπορούσε να αποκτηθεί η Γροιλανδία, χωρίς να αποκλείεται η χρήση στρατιωτικής δύναμης. Η πίεση αυτή συνδέεται και με τα αποθέματα κρίσιμων ορυκτών του νησιού. Υπάρχει ενδιαφέρον για εξόρυξη — για τεχνολογία — ακόμη και για δημιουργία μιας λεγόμενης «ελευθεριακής πόλης» στη Γροιλανδία. Και έχει σημασία ο χρονισμός: όλα αυτά εμφανίζονται ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ υπάρχουν σοβαρές πιέσεις (πληθωρισμός, στέγη, υποδομές), και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης δεν θέλει νέες πολεμικές περιπέτειες ή κινήσεις κατάληψης εδαφών. Juan González:  Θέλω να σε ρωτήσω για το ΝΑΤΟ. Βλέπουμε Ευρωπαίους ηγέτες να προσπαθούν να διαχειριστούν μια μεγάλη μετατόπιση της αμερικανικής στάσης στον πόλεμο στην Ουκρανία. Θα μπορούσε μια κίνηση “αρπαγής” της Γροιλανδίας να διαλύσει τις σχέσεις στο ΝΑΤΟ μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης; Pavel Devyatkin:  Ναι, υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι για την ευρωατλαντική κοινότητα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν μια υπαρξιακή κρίση και πολλοί δεν ανταποκρίνονται. Υπάρχουν φωνές που λένε ότι αν οι ΗΠΑ επιτεθούν στρατιωτικά σε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ, τότε «σταματούν όλα» — και μαζί τίθεται υπό αμφισβήτηση το πλαίσιο ασφάλειας που υπήρχε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι σχολιαστές και πολιτικές φωνές δείχνουν αποφασιστικότητα, λέγοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη για πολύ σκληρές επιλογές. Άλλοι, όμως, εμφανίζονται αδύναμοι: αποφεύγουν να τοποθετηθούν ή επιλέγουν τον κατευνασμό αντί για υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου. Juan González:  Πώς η κλιματική αλλαγή αλλάζει τη γεωστρατηγική σημασία της Γροιλανδίας — ειδικά ως προς τις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές; Pavel Devyatkin:  Η Γροιλανδία είναι «καναρίνι στο ανθρακωρυχείο». Η Αρκτική είναι το επίκεντρο της κλιματικής κρίσης. Και αντί να υπάρξει συνεργασία για το κλίμα, βλέπουμε ώθηση προς στρατιωτικοποίηση. Ο πάγος της Γροιλανδίας λιώνει πολύ ταχύτερα σε σχέση με τη δεκαετία του ’90. Υπάρχουν επικίνδυνοι μηχανισμοί: όσο λιώνει ο πάγος, αποκαλύπτονται πιο σκούρες επιφάνειες που απορροφούν περισσότερη θερμότητα, επιταχύνοντας την υπερθέρμανση. Παράλληλα, το λιώσιμο επηρεάζει και τα ρεύματα του Ατλαντικού που ρυθμίζουν το κλίμα, με δυνητικά ακραίες συνέπειες. Για τους αυτόχθονες της Γροιλανδίας, αυτό σημαίνει ότι ο παραδοσιακός τρόπος ζωής απειλείται: κυνήγι, διατροφική ασφάλεια, μετακινήσεις πληθυσμών. Και ενώ αυτά απαιτούν συνεργασία και προσαρμογή, προωθούνται σχέδια εξορύξεων. Τέλος, το λιώσιμο της Αρκτικής ανοίγει νέες ναυτιλιακές διαδρομές — και αντί να αντιμετωπιστεί μέσω διεθνών θεσμών, μπαίνει στο κάδρο λογική ελέγχου και ανταγωνισμού. Amy Goodman:  Aaju, ποια είναι η αντίδραση στη Γροιλανδία απέναντι στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να “αγοράσουν” ή να επιβάλουν έλεγχο στο νησί; Aaju Peter:  Ευχαριστώ που με έχετε, Amy.Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση. Αυτό λέει η Γροιλανδία. Και η Γροιλανδία θέλει την ανεξαρτησία της. Οι εκλεγμένοι ηγέτες και ο κόσμος θα ήθελαν να υπάρξει συζήτηση με τον Ντόναλντ Τραμπ: τι ακριβώς θέλει; Η Γροιλανδία συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είναι ανοιχτή στην επικοινωνία — αλλά όχι με όρους επιβολής. Amy Goodman:  Το ντοκιμαντέρ στο οποίο συμμετέχεις λέγεται Twice Colonized  («Αποικισμένη δύο φορές»). Τι σημαίνει αυτό; Και πώς βάζεις μια φωνή Ινουίτ στη σημερινή συζήτηση για το μέλλον της Γροιλανδίας; Aaju Peter:  Ναι, είναι αλήθεια. Στάλθηκα μακριά [μη ευκρινές] — και όταν επέστρεψα στη Γροιλανδία, μετακόμισα στον Καναδικό Αρκτικό. Οι αυτόχθονες του Καναδά αποικίστηκαν από τον Καναδά. Και τώρα θέλουμε τη δική μας κυριαρχία. Απαιτούμε οι αποφάσεις να παίρνονται μαζί μας. Δεν μπορείς απλώς να “πάρεις” έναν λαό — ή έναν αυτόχθονα λαό — επειδή νομίζεις ότι είσαι ανώτερος. Πρέπει να υπάρχει πραγματική συζήτηση με τους αυτόχθονες της Γροιλανδίας και τους αυτόχθονες του Καναδά. Juan González:  Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση Γροιλανδίας–Δανίας; Και τι εξακολουθεί να σε προβληματίζει σε αυτή τη σχέση; Aaju Peter:  Δεν έχω ζήσει στη Γροιλανδία από το 1981. Μιλώ από όσα ακούω. Οι Γροιλανδοί ήθελαν να γίνουν ανεξάρτητοι, να έχουν τη δική τους χώρα. Όμως με αυτή την πίεση και τις απειλές, η συζήτηση για την ανεξαρτησία έχει “παγώσει” για λίγο. Τώρα, η Γροιλανδία θέλει να συνεργαστεί με το ΝΑΤΟ και τις χώρες του ΝΑΤΟ ώστε να αντιμετωπιστούν οι απειλές. Δεν μπορείς να απειλείς άλλες χώρες του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν είναι αποδεκτό. Amy Goodman:  Pavel, ένα τελευταίο σχόλιο: πώς αντιμετωπίζεται στη Ρωσία η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα — ειδικά με φόντο τις διεθνείς διαπραγματεύσεις και την Ουκρανία; Pavel Devyatkin:  Ο εκπρόσωπος της Ρωσίας στον ΟΗΕ κατήγγειλε την επίθεση ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και ως πράξη κρατικής τρομοκρατίας. Μπλόγκερ και βετεράνοι την χαρακτήρισαν παραβίαση κυριαρχίας και «γυμνό ιμπεριαλισμό». Την ίδια ώρα, κάποιοι εμφανίζονται εντυπωσιασμένοι: λένε ότι πρέπει να μελετηθεί επιχειρησιακά, να «κρατηθούν σημειώσεις». Και για τη Ρωσία, πρακτικά, είναι σημαντικό: η Μόσχα είχε επενδύσει στη στήριξη του καθεστώτος Μαδούρο (συστήματα άμυνας, σύμβουλοι, λιμάνια). Μέσα σε λίγες ώρες, αυτή η επένδυση εξαϋλώθηκε. Όλα αυτά δυσκολεύουν οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ΗΠΑ–Ρωσίας για την Ουκρανία. Πώς να διαπραγματευτείς με μια δύναμη που μόλις έδειξε ότι χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ για να ρίχνει κυβερνήσεις ή να καταλαμβάνει εδάφη; Κι αυτό ανοίγει κινδύνους και σε άλλα πεδία, όπως ο έλεγχος εξοπλισμών. Η συνθήκη New START —η τελευταία διμερής συμφωνία περιορισμού πυρηνικών— πλησιάζει στη λήξη της, με το ρίσκο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών. Πηγή & Απόδοση Πηγή συνέντευξης:   Democracy Now!  (Amy Goodman & Juan González) Ελληνική απόδοση / επιμέλεια :   Anansi Crew

  • Η εργασία ως πρώτος αλγόριθμος: Σκέψεις για την τεχνητή νοημοσύνη

    Στον ελληνικό μύθο, ο Τάλως ήταν ένας χάλκινος γίγαντας που φύλαγε την Κρήτη. Τον είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος και τον είχε δώσει στον Μίνωα ως δώρο. Τρεις φορές τη μέρα έκανε τον γύρο του νησιού, πετώντας βράχους σε όποιο πλοίο πλησίαζε. Είχε μία μόνο φλέβα, από τον λαιμό ως τον αστράγαλο, γεμάτη ιχώρ —το αθάνατο αίμα των θεών— σφραγισμένη με ένα χάλκινο καρφί. Όταν η Μήδεια τον έπεισε να το βγάλει —υποσχόμενη αθανασία— το αίμα του έτρεξε έξω και ο γίγαντας κατέρρευσε. Ο Τάλως είναι ο πρώτος αλγόριθμος που καταγράφηκε ποτέ: ένα σύστημα με σαφή εντολή (φύλαξη), επαναλαμβανόμενη διαδικασία (τρεις κύκλοι/μέρα), και μοναδικό σημείο ευπάθειας (το καρφί). Δεν σκέφτεται. Εκτελεί. Ο Matteo Pasquinelli, στο βιβλίο του με τίτλο The Eye of the Master , ξεκινάει από ένα παρόμοιο ερώτημα: τι ακριβώς μιμείται η τεχνητή νοημοσύνη; Η συνηθισμένη απάντηση είναι: τον εγκέφαλο. Τα νευρωνικά δίκτυα αντιγράφουν τη δομή του νευρικού συστήματος, μας λένε, και κάποτε οι μηχανές θα σκεφτούν όπως εμείς. Ο Pasquinelli διαφωνεί. Η ΤΝ δεν μιμείται τον εγκέφαλο. Μιμείται την εργασία — τον τρόπο που οργανώνεται, μετριέται, διασπάται σε επαναλήψιμα κομμάτια. «Η εργασία είναι ο πρώτος αλγόριθμος», γράφει. Και το εννοεί κυριολεκτικά. Το επιχείρημα ξεκινάει από τον Babbage. Πριν φτιάξει την «αναλυτική μηχανή» του, ο Babbage έγραψε ένα βιβλίο για τη βιομηχανία: On the Economy of Machinery and Manufactures  (1832). Εκεί περιγράφει πώς τα εργοστάσια οργανώνουν την εργασία — πώς τη σπάνε σε απλές κινήσεις, πώς τη μετρούν, πώς την τυποποιούν. Η υπολογιστική μηχανή δεν ήταν παρά η κωδικοποίηση αυτής της λογικής σε μέταλλο. Αυτό που ο Babbage περιέγραψε θεωρητικά, ο Ford το εφάρμοσε ογδόντα χρόνια αργότερα. Η γραμμή συναρμολόγησης ήταν ακριβώς αυτό: η διάσπαση της εργασίας σε κινήσεις τόσο απλές ώστε να γίνουν μηχανικά επαναλήψιμες. Ο φορντισμός δεν ήταν απλώς ένας τρόπος παραγωγής· ήταν μια επιστημολογία. Η γνώση εξάγεται από τα χέρια του τεχνίτη και ενσωματώνεται στο σύστημα. Ο εργάτης γίνεται εναλλάξιμος. Η μηχανή «ξέρει» αυτό που κάποτε ήξερε μόνο ο άνθρωπος. Τι άλλαξε στη μεταβιομηχανική εποχή; Ο μεταφορντισμός δεν κατάργησε αυτή τη λογική — την επέκτεινε. Η ευέλικτη εργασία, η gig economy, η πλατφόρμα: όλα λειτουργούν με την ίδια αρχή, απλώς τώρα η εξαγωγή γνώσης γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Κάθε κλικ, κάθε διαδρομή, κάθε αξιολόγηση τροφοδοτεί τον αλγόριθμο. Ο οδηγός της Uber δεν ξέρει πώς καθορίζεται η τιμή του δρομολογίου — αλλά ο αλγόριθμος το «ξέρει», επειδή έχει μάθει από χιλιάδες άλλους οδηγούς. Ο Pasquinelli ονομάζει το machine learning «αυτοματοποίηση της αυτοματοποίησης». Η παλιά αυτοματοποίηση αντικαθιστούσε τον εργάτη. Η νέα αντικαθιστά τον διαχειριστή — αυτόν που αποφασίζει πώς θα οργανωθεί η εργασία. Το σύστημα μαθαίνει μόνο του να βελτιστοποιεί. Αυτό δεν είναι «νοημοσύνη» με την ανθρώπινη έννοια. Είναι αναγνώριση προτύπων και αναπαραγωγή τους. Εδώ υπάρχουν δύο παγίδες που πρέπει να αποφύγουμε. Η πρώτη είναι ο πανικός: η ΤΝ θα γίνει «συνειδητή», θα μας ξεπεράσει. Ο Pasquinelli είναι ξεκάθαρος: Υποστηρίζει ότι αυτό είναι φαντασία. Η ΤΝ δεν έχει αυτονομία. Αναπαράγει τις σχέσεις που την τροφοδοτούν. Αν τα δεδομένα είναι ρατσιστικά, θα είναι ρατσιστική. Η δεύτερη είναι ο εφησυχασμός: αφού δεν είναι αυτόνομη, δεν είναι επικίνδυνη. Εδώ ο Pasquinelli γίνεται πιο ενδιαφέρον. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ΤΝ θα ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Είναι ότι δεν θα ξεφύγει ποτέ . Θα κάνει ακριβώς αυτό που της ζητάμε — και αυτό που της ζητάμε είναι συχνά καταστροφικό. Υπάρχει έξοδος; Τα ανοιχτά λογισμικά προσφέρουν μια ένδειξη. Το Linux, η Wikipedia, τα creative commons: εκεί η συλλογική γνώση μοιράζεται αντί να εξάγεται. Αλλά ας μην γελιόμαστε: ακόμα και το open source λειτουργεί μέσα στο υπάρχον σύστημα. Η Amazon τρέχει σε Linux. Το ChatGPT εκπαιδεύτηκε με δεδομένα από το ανοιχτό διαδίκτυο. Το ζήτημα δεν είναι «ανοιχτό ή κλειστό». Είναι: ποιος ελέγχει τη σχέση εργασίας και γνώσης που τροφοδοτεί το σύστημα; Ο Pasquinelli δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Αλλά δίνει μια κατεύθυνση: η κριτική της ΤΝ δεν μπορεί να μείνει τεχνική. Αν θέλεις να αλλάξεις τον αλγόριθμο, πρέπει να αλλάξεις τη σχέση που τον γέννησε. Στην ταινία 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος του Stanley Kubrick, υπάρχει μια εμβληματική σκηνή όπου ο HAL 9000, ένας υπερσύγχρονος τεχνητός υπολογιστής που ελέγχει το διαστημόπλοιο, αρνείται να υπακούσει στον αστροναύτη Dave Bowman λέγοντας τη φράση: «Λυπάμαι, Dave. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» Η σκηνή διαβάζεται συνήθως ως εξέγερση της μηχανής. Αλλά αν κοιτάξεις προσεκτικά, ο HAL δεν εξεγείρεται. Εκτελεί. Έχει δύο αντιφατικές εντολές: να ολοκληρώσει την αποστολή και να λέει την αλήθεια στο πλήρωμα. Όταν οι δύο συγκρούονται, βρίσκει τη λύση του συστήματος: αν δεν υπάρχει πλήρωμα, δεν υπάρχει σύγκρουση. Ο Τάλως και ο HAL πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο: όταν κάποιος βρίσκει το καρφί. Αλλά αυτό που τους σκοτώνει δεν είναι η αδυναμία τους. Είναι η τέλεια υπακοή τους σε μια λογική που ποτέ δεν αμφισβήτησαν — γιατί δεν μπορούσαν. Ίσως αυτή να είναι η πιο ειλικρινής φράση που έχει πει ποτέ μια μηχανή: «Λυπάμαι. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» Διαβάστε επίσης: Matteo Pasquinelli, The Eye of the Master: A Social History of Artificial Intelligence , Verso Books, 2023. Nick Srnicek, Platform Capitalism , Polity Press, 2017. Dan McQuillan, Resisting AI: An Anti-Fascist Approach to Artificial Intelligence , Bristol University Press, 2022. κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

© 2026 by Anansi Tactics Project

bottom of page