Όλα τα κείμενα
Βρέθηκαν 22 αποτελέσματα
- Με αφορμή τη χθεσινή «φονική κακοκαιρία»: Σημειώσεις για μια οντολογία της πλημμύρας
Ι. Στις πρώτες σελίδες της Πολιτικής Θεολογίας , ο Carl Schmitt διατυπώνει μια πρόταση που μοιάζει απλή αλλά είναι εκρηκτική: «Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης». Η φράση αυτή, γραμμένη το 1922, περιγράφει μια λογική που υπερβαίνει κατά πολύ τα πολιτειακά της συμφραζόμενα. Δεν μιλά απλώς για δικτάτορες και κράτη έκτακτης ανάγκης. Μιλά για τη δομή της ίδιας της κυριαρχίας: εκείνο που καθορίζει ποιος κυβερνά δεν είναι η κανονικότητα, αλλά η εξαίρεση. Ο νόμος ισχύει μόνο όταν κάποιος μπορεί να τον αναστείλει. Τι σχέση έχει αυτό με τη βροχή; Ολόκληρη. Η χθεσινή μετεωρολογική «κατάσταση εξαίρεσης» — ο κόκκινος συναγερμός, η έκτακτη ανάγκη, η «ακραία καιρική έξαρση» — δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο που απλώς τυχαίνει να απαιτεί πολιτική απόκριση. Είναι ακριβώς το σημείο όπου αποκαλύπτεται η δομή της εξουσίας. Ποιος αποφασίζει ότι αυτή η βροχή είναι κρίση; Ποιος ορίζει τι είναι «κανονικό» και τι «έκτακτο»; Και κυρίως: ποιος έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η βροχή να μετατρέπεται σε καταστροφή; Χθες, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής ρεπορτάζ, η πλημμύρα άφησε πίσω της και δύο νεκρούς — κι αυτό, αντί να κλείνει τη συζήτηση, την ανοίγει. ΙΙ. Την 1η Νοεμβρίου 1755, την ημέρα των Αγίων Πάντων, η Λισαβόνα καταστράφηκε. Ο σεισμός, το τσουνάμι, η φωτιά — 30.000–60.000 νεκροί. Οι εκκλησίες κατέρρευσαν πάνω στους πιστούς τη στιγμή της λειτουργίας. Η καταστροφή αυτή δεν ήταν απλώς μια τραγωδία. Ήταν μια επιστημολογική ρωγμή. Ο Βολταίρος, στο Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας και αργότερα στον Καντίντ , διαλύει τη θεοδικία του Leibniz — την ιδέα ότι ζούμε στον «καλύτερο δυνατό κόσμο». Ο Theodor Adorno θα γράψει αργότερα: «Ο σεισμός της Λισαβόνας αρκούσε για να θεραπεύσει τον Βολταίρο από τη θεοδικία του Leibniz». Αλλά ο Ρουσσώ απάντησε με κάτι πιο ριζοσπαστικό: δεν φταίει η φύση. Φταίνε οι άνθρωποι που έχτισαν ψηλά κτίρια σε ασταθές έδαφος, που στοίβαξαν πληθυσμούς σε στενά σοκάκια. Η φύση έστειλε σεισμό· η κοινωνία δημιούργησε καταστροφή. Ο διαχωρισμός αυτός — μεταξύ φυσικού φαινομένου και κοινωνικής καταστροφής — θεμελιώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογική παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας. ΙΙΙ. Οι Anthony Oliver-Smith και Susanna Hoffman, στο Catastrophe and Culture: The Anthropology of Disaster , διατυπώνουν μια θέση που η δημοσιογραφία αρνείται συστηματικά να κατανοήσει: δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές. Υπάρχουν φυσικά φαινόμενα — σεισμοί, πλημμύρες, ξηρασίες — που γίνονται καταστροφικά μόνο όταν συναντούν ευάλωτους πληθυσμούς. Η ευπάθεια δεν είναι φυσική κατάσταση· είναι κοινωνική κατασκευή. «Οι καταστροφές», γράφουν, «αποκαλύπτουν και γίνονται έκφραση των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ φυσικών, βιολογικών και κοινωνικο-πολιτισμικών συστημάτων». Αυτό σημαίνει κάτι συγκεκριμένο: η πλημμύρα δεν είναι νερό. Η πλημμύρα είναι νερό συν μπαζωμένα ρέματα, συν αυθαίρετα, συν ανύπαρκτα αντιπλημμυρικά, συν τσιμεντοποίηση, συν δεκαετίες πολιτικών επιλογών που κατανέμουν άνισα τον κίνδυνο. IV. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, στο Ισχύς και Απόφαση , περιγράφει την έσχατη πραγματικότητα του πολιτικού: «Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά για τη διεύρυνση της ισχύος τους». Σε αυτή τη θεώρηση, η πολιτική δεν είναι διαχείριση συμφερόντων αλλά πεδίο σύγκρουσης για αυτοσυντήρηση και επέκταση. Αλλά η νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα έχει κατορθώσει κάτι πιο ύπουλο: έχει αποσυνδέσει τη σχέση αιτίας–αιτιατού. Η πλημμύρα δεν «προκαλείται» από πολιτικές αποφάσεις — απλώς «συμβαίνει». Οι νεκροί δεν «παράγονται» από συστημική αμέλεια — απλώς «υπάρχουν». Η γλώσσα του τεχνοκρατικού διαχειρισμού — «κόκκινος κώδικας», «ακραία φαινόμενα», «κλιματική κρίση» — λειτουργεί ως μηχανισμός απόκρυψης: ονοματίζει τον κίνδυνο χωρίς ποτέ να ονοματίζει τον υπεύθυνο. Ο Κονδύλης θα έλεγε: αυτό δεν είναι λάθος — είναι στρατηγική. Η εξατομίκευση του κινδύνου («μείνετε σπίτι», «πάρτε μέτρα», «είστε υπεύθυνοι για την ασφάλειά σας») είναι μια μορφή κυριαρχίας: μεταθέτει την ευθύνη από τη συλλογική δομή στο ατομικό σώμα, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα επέμβασης όταν η κρίση γίνει διαχειρίσιμη ως θέαμα. V. Ο Αγκάμπεν, επεκτείνοντας τον Schmitt και τον Foucault, εισάγει την έννοια της «γυμνής ζωής» — της nuda vita . Στο Homo Sacer , περιγράφει μια φιγούρα του ρωμαϊκού δικαίου: ο «ιερός άνθρωπος» είναι εκείνος που μπορεί να φονευθεί χωρίς αυτό να συνιστά φόνο, αλλά δεν μπορεί να θυσιαστεί στους θεούς. Βρίσκεται ταυτόχρονα εντός και εκτός του νόμου — σε μια ζώνη αδιακριτότητας. «Η γυμνή ζωή», γράφει ο Αγκάμπεν, «δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Τι είναι ο πλημμυροπαθής αν όχι ένας σύγχρονος homo sacer ; Το σώμα του υπόκειται στη διαχείριση της κρίσης αλλά δεν προστατεύεται πραγματικά από τον νόμο. Η ζωή του αναγνωρίζεται ως αξία μόνο στη στιγμή της απώλειάς της — ως στατιστικό στοιχείο, ως «θύμα ακραίου καιρικού φαινομένου». Μέχρι τότε, είναι απλώς βιολογική ύπαρξη σε έκτακτες συνθήκες. VI. Υπάρχει ένα αρχείο που λίγοι γνωρίζουν. Το ΚΕΠΥ (Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία) έχει αποδώσει ανάλυση δεδομένων θνησιμότητας μετά τον κυκλώνα Daniel τον Σεπτέμβριο του 2023. Η επίσημη καταμέτρηση μίλησε για 17 νεκρούς. Η υπερθνησιμότητα που καταγράφηκε στο τρίμηνο μετά την καταστροφή αποτιμήθηκε σε 335 ανθρώπους. Η διαφορά δεν είναι στατιστικό σφάλμα. Είναι πολιτική κατασκευή. Ποιος μετρά ως θύμα της καταστροφής; Αυτός που πνίγηκε τη στιγμή της πλημμύρας ή αυτός που πέθανε τρεις εβδομάδες αργότερα από πνευμονία επειδή το σπίτι του δεν είχε θέρμανση; Ο αγρότης που έχασε τα ζώα του ή εκείνος που αυτοκτόνησε όταν συνειδητοποίησε ότι η αποζημίωση δεν θα έρθει ποτέ; Η κατηγοριοποίηση του θανάτου είναι βιοπολιτική πράξη. Η κυρίαρχη εξουσία δεν αποφασίζει μόνο ποιος ζει και ποιος πεθαίνει — αποφασίζει και πώς μετράται ο θάνατος. Αποφασίζει ποιος θάνατος αξίζει να καταγραφεί ως «καταστροφή» και ποιος εξαφανίζεται στη στατιστική ρουτίνα. VII. Ο Benjamin έγραψε: «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης” στην οποία ζούμε δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας». Η πρόταση αυτή, γραμμένη το 1940, περιγράφει με ακρίβεια τη σημερινή κλιματική κατάσταση. Η «ακραιότητα» έχει γίνει μόνιμη. Ο «κόκκινος κώδικας» επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά ώστε να έχει χάσει κάθε έκτακτο χαρακτήρα. Αλλά εδώ βρίσκεται και η πολιτική ιδιοφυΐα του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος: διατηρεί τη γλώσσα της εξαίρεσης ακόμη κι όταν η εξαίρεση έχει γίνει δομή. Κάθε καταστροφή παρουσιάζεται ως «πρωτοφανής», κάθε κρίση ως «απρόβλεπτη» — ακόμη κι όταν οι επιστήμονες την προβλέπουν εδώ και δεκαετίες. Η ρητορική της έκπληξης συγκαλύπτει τη συστημικότητα της καταστροφής. VIII. Η Μάνδρα, 15 Νοεμβρίου 2017. 24 νεκροί. 1.064 κατεστραμμένα κτίρια. Η πόλη είχε χτιστεί πάνω σε μπαζωμένα ρέματα, χωρίς αντιπλημμυρική προστασία. Η εισαγγελέας αποκάλεσε την καταστροφή «χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος». Η φράση αυτή είναι κλειδί. Όχι «τραγωδία», όχι «φυσική καταστροφή», αλλά έγκλημα. Και μάλιστα προαναγγελθέν. Η δικαστική έρευνα κατέληξε στην καταδίκη τριών ατόμων για πρόκληση πλημμύρας — αλλά κανενός για τους θανάτους. Η διάκριση είναι σημαντική: το σύστημα αναγνώρισε ότι η πλημμύρα ήταν ανθρωπογενής, αλλά αρνήθηκε να συνδέσει την ανθρωπογενή πλημμύρα με τους ανθρώπινους θανάτους. Η αποσύνδεση αυτή είναι νομική τεχνική, αλλά είναι και κάτι βαθύτερο: είναι ο τρόπος με τον οποίο η κυρίαρχη εξουσία προστατεύεται από τις συνέπειες των πράξεών της. Αν οι νεκροί της πλημμύρας είναι «θύματα της φύσης», τότε κανείς δεν τους σκότωσε. Αν είναι θύματα πολιτικής, τότε κάποιος θα έπρεπε να δικαστεί για φόνο. IX. Ο Schmitt, παρά την ιδεολογική του φόρτιση (φόρεσε τη στολή του Ναζί), κατάλαβε κάτι ουσιώδες: η κυριαρχία δεν αποκαλύπτεται στην κανονικότητα αλλά στην κρίση. Και η κρίση — η πλημμύρα, η καταστροφή, η «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» — είναι η στιγμή όπου φαίνεται ποιος πραγματικά αποφασίζει. Ποιος αποφασίζει ότι τα αντιπλημμυρικά έργα μπορούν να περιμένουν; Ποιος αποφασίζει ότι η πολεοδόμηση μπορεί να αγνοεί τα ρέματα; Ποιος αποφασίζει ότι ο διανομέας της Wolt πρέπει να δουλεύει με κόκκινο συναγερμό ενώ ο υπουργός μένει σπίτι; Η απάντηση δεν είναι ένα πρόσωπο. Είναι μια δομή. Αλλά η δομή έχει ονόματα, διευθύνσεις, αρχείο αποφάσεων. Η κλιματική κρίση δεν είναι ατύχημα — είναι αποτέλεσμα. Και η πλημμύρα δεν είναι φύση — είναι πολιτική με άλλα μέσα. X. Η Naomi Klein, στο Δόγμα του σοκ , περιέγραψε πώς οι καταστροφές γίνονται ευκαιρίες για τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση. Αλλά υπάρχει κάτι βαθύτερο: οι καταστροφές δεν είναι μόνο ευκαιρίες για το νεοφιλελεύθερο σύστημα — είναι και προϊόντα του. Η κλιματική κρίση είναι το αποτέλεσμα δύο αιώνων βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ευπάθεια των πληθυσμών είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών αποεπένδυσης από τις δημόσιες υποδομές. Η επαναληψιμότητα της καταστροφής είναι εγγεγραμμένη στη λογική του συστήματος. Με αυτή την έννοια, κάθε πλημμύρα είναι ταυτόχρονα φυσικό φαινόμενο, τεχνική αποτυχία, πολιτική επιλογή και ταξική βία. Η βροχή πέφτει αδιάκριτα — αλλά ο θάνατος κατανέμεται άνισα. Πεθαίνουν αυτοί που δεν μπορούν να «μείνουν σπίτι» γιατί δεν έχουν σπίτι ασφαλές. Πεθαίνουν αυτοί που πρέπει να δουλέψουν ακόμη κι όταν η πολιτεία τους λέει να μην κυκλοφορούν. Πεθαίνουν αυτοί που ζουν στα ρέματα, στα υπόγεια, στις παράγκες — εκεί όπου το νερό πάντα καταλήγει. Η βροχή, λοιπόν, δεν είναι νερό. Είναι κατηγορία. Είναι το σημείο όπου φαίνεται η δομή της εξουσίας, η κατανομή του κινδύνου, η οργάνωση της ευπάθειας. Είναι, με τους όρους του Schmitt, κατάσταση εξαίρεσης — μόνο που η εξαίρεση έχει γίνει κανόνας. Κι αν όντως «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης», τότε κάθε φορά που κηρύσσεται κόκκινος συναγερμός πρέπει να ρωτάμε: ποιος τον κήρυξε; Με ποιο δικαίωμα; Και κυρίως: ποιος δημιούργησε τις συνθήκες που τον καθιστούν αναγκαίο; Η βροχή είναι νερό. Η πλημμύρα είναι πολιτική. Διαβάστε επίσης: Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία , μτφρ. Παναγιώτης Κονδύλης, Κουκκίδα, Αθήνα, 2016 Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση: Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών , Στιγμή, Αθήνα, 2001 Carl Schmitt, Άμλετ ή Εκάβη: Η εισβολή του χρόνου στο παιχνίδι , μτφρ. Ηρακλής Πεκιαρίδης, επιμ. Δημήτρης Δημόπουλος, (σειρά: Λεβιάθαν), Κουκκίδα, 2021. Giorgio Agamben, Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή , μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Scripta/Έρμα, Αθήνα Giorgio Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης , μτφρ. Μαρία Οικονομίδου, Πατάκης, Αθήνα Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας , στο Δοκίμια για την τέχνη , μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Κάλβος Susanna Hoffman & Anthony Oliver-Smith (eds.), Catastrophe and Culture: The Anthropology of Disaster , School of American Research Press, 2002 Naomi Klein, Το Δόγμα του Σοκ: Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής , μτφρ. Μ. Κουτσούδη, Λιβάνης, 2008 ΚΕΠΥ, «Ανάλυση υπερθνησιμότητας στις πληγείσες περιοχές από τον κυκλώνα Daniel», 2024 Voltaire, Poème sur le désastre de Lisbonne (1756) / Candide (1759) Theodor Adorno, Negative Dialectics , Routledge κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_
- Η Θεσμικότητα ως Υποκατάστατο Πολιτικής: Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Απομάκρυνση από τη Σοβαρότητα των Καιρών
Σε περιόδους ιστορικής καμπής, η πολιτική δεν κρίνεται από τη συμμόρφωσή της στους θεσμούς, αλλά από την ικανότητά της να συγκρούεται μαζί τους. Κι όμως, η σύγχρονη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε μια ρητορική και πρακτική «θεσμικότητας», η οποία όχι μόνο δεν απαντά στο βάθος της κοινωνικής κρίσης, αλλά λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής σοβαρότητας. Η επίκληση των θεσμών, της κανονικότητας και των περιορισμών παρουσιάζεται ως υπευθυνότητα, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά πολιτική αδυναμία. Ο Robert Grafstein, στο κλασικό του άρθρο The Problem of Institutional Constraint , αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο που συχνά αποσιωπάται: οι θεσμοί δεν είναι απλώς περιορισμοί που δεσμεύουν τη δράση των πολιτικών υποκειμένων, αλλά αποτελέσματα συγκεκριμένων ιστορικών ισορροπιών δύναμης. Οι περιορισμοί δεν είναι εξωτερικοί ούτε ουδέτεροι· είναι ενσωματωμένοι σε σχέσεις εξουσίας και αναπαράγουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Όταν η πολιτική αποδέχεται τους θεσμούς ως αδιαπραγμάτευτο πλαίσιο, παραιτείται εκ των προτέρων από τη δυνατότητα μετασχηματισμού τους. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα της σημερινής θεσμικής αυτοπαρουσίασης του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί να αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως πεδίο σύγκρουσης, τους αντιμετωπίζει ως εγγύηση σοβαρότητας. Αντί να αναδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, της δικαιοσύνης ή των ευρωπαϊκών μηχανισμών, τους επικαλείται ως ουδέτερους διαιτητές που απλώς χρειάζονται «καλύτερη διαχείριση». Αυτή η στάση δεν αποτελεί υπέρβαση της ήττας του 2019· αποτελεί τη θεωρητική της παγίωση. Η θεσμικότητα, όπως χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο του κόμματος, λειτουργεί αποπολιτικοποιητικά. Μετατρέπει τη σύγκρουση σε διαδικασία, την κοινωνική αγανάκτηση σε αίτημα διαβούλευσης και την κρίση αναπαράστασης σε πρόβλημα επικοινωνίας. Όμως, όπως υπενθυμίζει έμμεσα ο Grafstein, όταν οι θεσμοί παρουσιάζονται ως σταθεροί και αναπόδραστοι περιορισμοί, τότε η πολιτική δράση περιορίζεται σε επιλογές εντός ενός πλαισίου που έχει ήδη καθοριστεί από άλλους. Σε μια εποχή κοινωνικής αποδιάρθρωσης, ακραίων ανισοτήτων, αυταρχικής στροφής του κράτους και απονομιμοποίησης των αντιπροσωπευτικών μηχανισμών, η εμμονή στη θεσμική κανονικότητα δεν είναι ένδειξη ωριμότητας, αλλά άρνηση της πραγματικότητας. Η σοβαρότητα των καιρών απαιτεί πολιτική που να αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν «χάλασαν», αλλά λειτουργούν ακριβώς όπως σχεδιάστηκαν: ως μηχανισμοί σταθεροποίησης μιας κοινωνικής τάξης που καταρρέει προς όφελος των λίγων. Η θεσμική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ αποσυνδέεται έτσι από τα πραγματικά υποκείμενα της κρίσης. Δεν απευθύνεται στους εργαζόμενους, στους επισφαλείς, στους αποκλεισμένους, αλλά σε έναν αφηρημένο «ορθολογικό πολίτη» που υποτίθεται πως ζητά απλώς καλύτερη λειτουργία των θεσμών. Όμως η πολιτική, όπως και οι θεσμοί, δεν είναι ουδέτερη. Και όταν ένα κόμμα της Αριστεράς αρνείται να τοποθετηθεί απέναντι στους θεσμούς ως σχέσεις δύναμης, τότε παύει να λειτουργεί ως δύναμη μετασχηματισμού και μετατρέπεται σε διαχειριστή περιορισμών. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αρκετά θεσμικός. Είναι ότι είναι θεσμικός με λάθος τρόπο και τη λάθος στιγμή. Σε μια ιστορική συγκυρία που απαιτεί ρήξεις, επιλέγει προσαρμογές. Σε μια περίοδο που η κοινωνία αμφισβητεί τη νομιμοποίηση των θεσμών, το κόμμα επενδύει στην αποκατάστασή τους χωρίς να αμφισβητεί το περιεχόμενό τους. Έτσι, η θεσμικότητα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ιδεολογία. Αν η Αριστερά θέλει να επανέλθει ως σοβαρός πολιτικός δρων, οφείλει να θυμηθεί αυτό που η θεωρία – από τον Μαρξ έως τον Grafstein – υπενθυμίζει διαρκώς: οι θεσμοί δεν περιορίζουν απλώς την πολιτική· είναι το πεδίο όπου η πολιτική είτε συγκρούεται είτε παραδίδεται. Και σήμερα, η παράδοση βαφτίζεται επικίνδυνα «υπευθυνότητα». Διαβάστε επίσης: Grafstein, R. (1988). The problem of institutional constraint . The Journal of Politics, 50 (3), 577–599. https://doi.org/10.2307/2131463 κείμενο: Αριστόνικος_
- Από τον δημόσιο λόγο στη δημόσια κανονικότητα: πώς τα media κατασκευάζουν ένα νέο συντηρητισμό
Η δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε γύρω από τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτισμικής αντιπαράθεσης. Είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της γλώσσας που επιλέγουν και του πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσουν μια δήλωση, συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός νέου – συχνά υπόγειου – κύματος συντηρητισμού στον δημόσιο λόγο. Η ίδια η δήλωση, αποσπασματικά παρουσιασμένη ως «άποψη υπέρ της δημόσιας διαβούλευσης για τις αμβλώσεις», μετατοπίστηκε σχεδόν άμεσα από το πλαίσιο της κοινωνικής και υγειονομικής συζήτησης στο πεδίο της ηθικής σύγκρουσης. Το ζήτημα δεν τέθηκε ως δικαίωμα, ούτε ως ζήτημα πρόσβασης των γυναικών σε υπηρεσίες υγείας, αλλά ως ένα «αμφιλεγόμενο θέμα αξιών». Αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτική. Όπως επισημαίνουν οι Simon και Jerit στη θεωρητική τους προσέγγιση, τα media λειτουργούν ως κρίσιμος μεσολαβητής ανάμεσα στον πολιτικό λόγο και την κοινή γνώμη, όχι μεταφέροντας απλώς πληροφορίες, αλλά αναδομώντας το νόημά τους . Όταν τα μέσα επιλέγουν να αναδείξουν συγκεκριμένες λέξεις, φράσεις ή αντιδράσεις και να αποσιωπήσουν άλλες, ουσιαστικά καθορίζουν ποια ερμηνεία θα γίνει κυρίαρχη. Το κοινό δεν διαμορφώνει άποψη επί του πλήρους λόγου, αλλά επί της εκδοχής του λόγου που του παρουσιάζεται. Στην περίπτωση των αμβλώσεων, η επιλογή λέξεων όπως «ηθικό δίλημμα», «ζήτημα ζωής», ή «δημόσια διαβούλευση» δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα — τη νοηματοδοτεί . Μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων στο επίπεδο της συλλογικής κρίσης και της ηθικής επιτήρησης. Πρόκειται για έναν γλωσσικό μηχανισμό που, σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας, καθιστά ορισμένες πολιτικές θέσεις πιο «λογικές», πιο «μετριοπαθείς» και τελικά πιο κοινωνικά αποδεκτές. Η συμβολή των media εδώ δεν έγκειται μόνο στην προβολή συντηρητικών φωνών, αλλά στη φυσικοποίηση του συντηρητικού πλαισίου . Όταν ένα θεμελιωμένο δικαίωμα παρουσιάζεται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή «διαλόγου», τότε παύει να είναι αυτονόητο. Όπως τονίζουν οι Simon και Jerit, η επαναλαμβανόμενη έκθεση του κοινού σε τέτοια πλαίσια οδηγεί στη σταδιακή αναδόμηση των πολιτικών του στάσεων, όχι μέσα από πειθώ, αλλά μέσα από εξοικείωση. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: ο σύγχρονος συντηρητισμός δεν επιβάλλεται με απαγορεύσεις, αλλά εισάγεται γλωσσικά . Δεν εμφανίζεται ως ακραίος, αλλά ως «λογικός», «συζητήσιμος», «ισορροπημένος». Τα media, λειτουργώντας ως φίλτρο πολιτικού λόγου, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η αμφισβήτηση δικαιωμάτων δεν παρουσιάζεται ως οπισθοδρόμηση, αλλά ως ώριμη κοινωνική συζήτηση. Η υπόθεση Καρυστιανού αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Η δημόσια σφαίρα δεν οργανώθηκε γύρω από τις πραγματικές συνθήκες που οδηγούν μια γυναίκα στην άμβλωση, ούτε γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες ή τις δομές υποστήριξης. Αντίθετα, οργανώθηκε γύρω από μια ηθικοποιημένη αφήγηση, στην οποία τα media λειτούργησαν ως καταλύτης. Όχι επειδή «πήραν θέση», αλλά επειδή επέλεξαν το πλαίσιο . Σε αυτό το πλαίσιο, ο συντηρητισμός δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί να ειπωθεί με τις σωστές λέξεις, τη σωστή στιγμή, από τα σωστά μέσα. Διαβάστε επίσης: Simon, A.F. and Jerit, J. (2007) ‘Toward a theory relating political discourse, media, and public opinion’, Journal of Politics , 69(1), pp. 254–271. doi:10.1111/j.1468-2508.2007.00526.x. ** Η εικόνα του άρθρου αποτελεί το photomontage της Hannah Höch Cut with the Kitchen Knife Dada Through the Last Weimar Beer-Belly Cultural Epoch in Germany (1919–1920). Το έργο είναι μια αιχμηρή πολιτισμική κριτική της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με υλικό κομμένο από εφημερίδες, περιοδικά και έντυπα μαζικής κουλτούρας, η Höch δείχνει τη δημόσια ζωή ως ένα πεδίο που “συναρμολογείται” από θραύσματα: πολιτικούς, στρατιωτικές φιγούρες, τεχνολογία, θέαμα, μαζικές συγκεντρώσεις. Η ίδια η αισθητική του κοψίματος/επικόλλησης λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη σύγχυση και τις αντιφάσεις της νέας τάξης πραγμάτων, ενώ ο τίτλος (“beer-belly culture”) σατιρίζει μια αυτάρεσκη, ανδροκεντρική κανονικότητα. Το “κουζινομάχαιρο” – οικιακό σύμβολο – γίνεται εργαλείο αποδόμησης της δημόσιας εξουσίας και των έμφυλων ιεραρχιών, με έμφαση στη «Νέα Γυναίκα» και στη διαπλοκή πολιτικής, εικόνας και μαζικών στερεοτύπων. κείμενο: Αριστόνικος_
- Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση»: Η Αρκτική, το ΝΑΤΟ και η αυτοδιάθεση των Ινουίτ
Ο αναλυτής Pavel Devyatkin και η ακτιβίστρια–δικηγόρος Aaju Peter μιλούν στο Democracy Now! για τη γεωπολιτική της Γροιλανδίας, τους κινδύνους κλιμάκωσης και το αίτημα των αυτοχθόνων για κυριαρχία. Στοιχεία συνέντευξης Συνεντευκτές / Παρουσίαση (ερωτήσεις): Amy Goodman Juan González Συνεντευξιαζόμενοι (απαντήσεις): Pavel Devyatkin — αναλυτής (Quincy Institute, The Arctic Institute) Aaju Peter — ακτιβίστρια των Ινουίτ της Γροιλανδίας & δικηγόρος ( Twice Colonized ) Μορφή κειμένου: Επιμελημένη ελληνική απόδοση σε μορφή Ερωτήσεων–Απαντήσεων (Q&A). Σημείωση: Όπου στο πρωτότυπο υπήρχαν μη καθαρά σημεία, σημειώνεται [μη ευκρινές] . Εισαγωγή Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο αναλυτής Pavel Devyatkin και η ακτιβίστρια/δικηγόρος των Ινουίτ Aaju Peter συζητούν για το γιατί η Γροιλανδία έχει μπει ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, τι σημαίνει αυτό για την ευρωατλαντική ασφάλεια και —πάνω απ’ όλα— γιατί οι αυτόχθονες της περιοχής επιμένουν ότι το μέλλον του τόπου τους δεν μπορεί να αποφασίζεται χωρίς τους ίδιους. Η συνέντευξη (Q&A) Amy Goodman: Μαζί μας δύο καλεσμένοι. Ο Pavel Devyatkin, ερευνητής στο Quincy Institute και ανώτερος συνεργάτης στο The Arctic Institute. Και από την καναδική πόλη Iqaluit, λίγο νότια του Αρκτικού Κύκλου, η Aaju Peter, ακτιβίστρια των Ινουίτ της Γροιλανδίας και δικηγόρος, γνωστή και από το ντοκιμαντέρ Twice Colonized . Καλώς ήρθατε και οι δύο. Pavel, τι διακυβεύεται αυτή τη στιγμή και πώς αντιδρά η Δανία — και, κυρίως, οι άνθρωποι της Γροιλανδίας; Pavel Devyatkin: Ευχαριστώ, Amy.Ο Τραμπ λέει ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία για την εθνική ασφάλεια. Όμως οι απειλές του, στην πραγματικότητα, υπονομεύουν την ασφάλεια και απειλούν να διαλύσουν το διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς. Στην προσπάθεια απόκτησης της Γροιλανδίας, οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται σαν κράτος-παρίας, με απερίσκεπτη εξωτερική πολιτική. Δεν υπάρχει στρατιωτική απειλή προς τις ΗΠΑ από τη Γροιλανδία, ούτε κίνδυνος η Γροιλανδία να συνάψει στρατιωτικές συμμαχίες με τη Ρωσία ή την Κίνα. Αυτό είναι καθαρός ιμπεριαλισμός. Ισχυρίζεται ότι ρωσικά και κινεζικά πλοία βρίσκονται κατά μήκος των ακτών της Γροιλανδίας και ότι η Δανία δεν μπορεί να την προστατεύσει. Αυτό δεν ισχύει. Συγχέει διαφορετικά σημεία της Αρκτικής. Ρωσία και Κίνα στέλνουν πλοία στην Αρκτική, αλλά όχι κοντά στη Γροιλανδία — βρίσκονται πολύ μακριά, στις θάλασσες Μπάρεντς και Μπέρινγκ. Και οι ΗΠΑ ήδη έχουν ρόλο στη στρατιωτική ασφάλεια στη Γροιλανδία, λόγω συμφωνίας του 1951 με τη Δανία, που τους δίνει τον έλεγχο στρατιωτικής βάσης στον μακρινό βορρά του νησιού. Συχνά, όταν μιλά για τη Γροιλανδία, την “ταυτίζει” με τη βάση Πιτουφίκ, υποστηρίζοντας ότι ο μόνος τρόπος να είναι ασφαλής η βάση είναι να “ανήκει” στις ΗΠΑ η γη κάτω από αυτή. Αυτό που βλέπουμε είναι μια επικίνδυνη λογική «το δίκαιο του ισχυρού». Ποντάρουν στην ωμή στρατιωτική ισχύ για να καταλάβουν έδαφος από μια κυρίαρχη χώρα. Και αυτή τη στιγμή συζητείται πώς θα μπορούσε να αποκτηθεί η Γροιλανδία, χωρίς να αποκλείεται η χρήση στρατιωτικής δύναμης. Η πίεση αυτή συνδέεται και με τα αποθέματα κρίσιμων ορυκτών του νησιού. Υπάρχει ενδιαφέρον για εξόρυξη — για τεχνολογία — ακόμη και για δημιουργία μιας λεγόμενης «ελευθεριακής πόλης» στη Γροιλανδία. Και έχει σημασία ο χρονισμός: όλα αυτά εμφανίζονται ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ υπάρχουν σοβαρές πιέσεις (πληθωρισμός, στέγη, υποδομές), και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης δεν θέλει νέες πολεμικές περιπέτειες ή κινήσεις κατάληψης εδαφών. Juan González: Θέλω να σε ρωτήσω για το ΝΑΤΟ. Βλέπουμε Ευρωπαίους ηγέτες να προσπαθούν να διαχειριστούν μια μεγάλη μετατόπιση της αμερικανικής στάσης στον πόλεμο στην Ουκρανία. Θα μπορούσε μια κίνηση “αρπαγής” της Γροιλανδίας να διαλύσει τις σχέσεις στο ΝΑΤΟ μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης; Pavel Devyatkin: Ναι, υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι για την ευρωατλαντική κοινότητα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν μια υπαρξιακή κρίση και πολλοί δεν ανταποκρίνονται. Υπάρχουν φωνές που λένε ότι αν οι ΗΠΑ επιτεθούν στρατιωτικά σε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ, τότε «σταματούν όλα» — και μαζί τίθεται υπό αμφισβήτηση το πλαίσιο ασφάλειας που υπήρχε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι σχολιαστές και πολιτικές φωνές δείχνουν αποφασιστικότητα, λέγοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη για πολύ σκληρές επιλογές. Άλλοι, όμως, εμφανίζονται αδύναμοι: αποφεύγουν να τοποθετηθούν ή επιλέγουν τον κατευνασμό αντί για υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου. Juan González: Πώς η κλιματική αλλαγή αλλάζει τη γεωστρατηγική σημασία της Γροιλανδίας — ειδικά ως προς τις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές; Pavel Devyatkin: Η Γροιλανδία είναι «καναρίνι στο ανθρακωρυχείο». Η Αρκτική είναι το επίκεντρο της κλιματικής κρίσης. Και αντί να υπάρξει συνεργασία για το κλίμα, βλέπουμε ώθηση προς στρατιωτικοποίηση. Ο πάγος της Γροιλανδίας λιώνει πολύ ταχύτερα σε σχέση με τη δεκαετία του ’90. Υπάρχουν επικίνδυνοι μηχανισμοί: όσο λιώνει ο πάγος, αποκαλύπτονται πιο σκούρες επιφάνειες που απορροφούν περισσότερη θερμότητα, επιταχύνοντας την υπερθέρμανση. Παράλληλα, το λιώσιμο επηρεάζει και τα ρεύματα του Ατλαντικού που ρυθμίζουν το κλίμα, με δυνητικά ακραίες συνέπειες. Για τους αυτόχθονες της Γροιλανδίας, αυτό σημαίνει ότι ο παραδοσιακός τρόπος ζωής απειλείται: κυνήγι, διατροφική ασφάλεια, μετακινήσεις πληθυσμών. Και ενώ αυτά απαιτούν συνεργασία και προσαρμογή, προωθούνται σχέδια εξορύξεων. Τέλος, το λιώσιμο της Αρκτικής ανοίγει νέες ναυτιλιακές διαδρομές — και αντί να αντιμετωπιστεί μέσω διεθνών θεσμών, μπαίνει στο κάδρο λογική ελέγχου και ανταγωνισμού. Amy Goodman: Aaju, ποια είναι η αντίδραση στη Γροιλανδία απέναντι στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να “αγοράσουν” ή να επιβάλουν έλεγχο στο νησί; Aaju Peter: Ευχαριστώ που με έχετε, Amy.Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση. Αυτό λέει η Γροιλανδία. Και η Γροιλανδία θέλει την ανεξαρτησία της. Οι εκλεγμένοι ηγέτες και ο κόσμος θα ήθελαν να υπάρξει συζήτηση με τον Ντόναλντ Τραμπ: τι ακριβώς θέλει; Η Γροιλανδία συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είναι ανοιχτή στην επικοινωνία — αλλά όχι με όρους επιβολής. Amy Goodman: Το ντοκιμαντέρ στο οποίο συμμετέχεις λέγεται Twice Colonized («Αποικισμένη δύο φορές»). Τι σημαίνει αυτό; Και πώς βάζεις μια φωνή Ινουίτ στη σημερινή συζήτηση για το μέλλον της Γροιλανδίας; Aaju Peter: Ναι, είναι αλήθεια. Στάλθηκα μακριά [μη ευκρινές] — και όταν επέστρεψα στη Γροιλανδία, μετακόμισα στον Καναδικό Αρκτικό. Οι αυτόχθονες του Καναδά αποικίστηκαν από τον Καναδά. Και τώρα θέλουμε τη δική μας κυριαρχία. Απαιτούμε οι αποφάσεις να παίρνονται μαζί μας. Δεν μπορείς απλώς να “πάρεις” έναν λαό — ή έναν αυτόχθονα λαό — επειδή νομίζεις ότι είσαι ανώτερος. Πρέπει να υπάρχει πραγματική συζήτηση με τους αυτόχθονες της Γροιλανδίας και τους αυτόχθονες του Καναδά. Juan González: Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση Γροιλανδίας–Δανίας; Και τι εξακολουθεί να σε προβληματίζει σε αυτή τη σχέση; Aaju Peter: Δεν έχω ζήσει στη Γροιλανδία από το 1981. Μιλώ από όσα ακούω. Οι Γροιλανδοί ήθελαν να γίνουν ανεξάρτητοι, να έχουν τη δική τους χώρα. Όμως με αυτή την πίεση και τις απειλές, η συζήτηση για την ανεξαρτησία έχει “παγώσει” για λίγο. Τώρα, η Γροιλανδία θέλει να συνεργαστεί με το ΝΑΤΟ και τις χώρες του ΝΑΤΟ ώστε να αντιμετωπιστούν οι απειλές. Δεν μπορείς να απειλείς άλλες χώρες του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν είναι αποδεκτό. Amy Goodman: Pavel, ένα τελευταίο σχόλιο: πώς αντιμετωπίζεται στη Ρωσία η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα — ειδικά με φόντο τις διεθνείς διαπραγματεύσεις και την Ουκρανία; Pavel Devyatkin: Ο εκπρόσωπος της Ρωσίας στον ΟΗΕ κατήγγειλε την επίθεση ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και ως πράξη κρατικής τρομοκρατίας. Μπλόγκερ και βετεράνοι την χαρακτήρισαν παραβίαση κυριαρχίας και «γυμνό ιμπεριαλισμό». Την ίδια ώρα, κάποιοι εμφανίζονται εντυπωσιασμένοι: λένε ότι πρέπει να μελετηθεί επιχειρησιακά, να «κρατηθούν σημειώσεις». Και για τη Ρωσία, πρακτικά, είναι σημαντικό: η Μόσχα είχε επενδύσει στη στήριξη του καθεστώτος Μαδούρο (συστήματα άμυνας, σύμβουλοι, λιμάνια). Μέσα σε λίγες ώρες, αυτή η επένδυση εξαϋλώθηκε. Όλα αυτά δυσκολεύουν οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ΗΠΑ–Ρωσίας για την Ουκρανία. Πώς να διαπραγματευτείς με μια δύναμη που μόλις έδειξε ότι χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ για να ρίχνει κυβερνήσεις ή να καταλαμβάνει εδάφη; Κι αυτό ανοίγει κινδύνους και σε άλλα πεδία, όπως ο έλεγχος εξοπλισμών. Η συνθήκη New START —η τελευταία διμερής συμφωνία περιορισμού πυρηνικών— πλησιάζει στη λήξη της, με το ρίσκο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών. Πηγή & Απόδοση Πηγή συνέντευξης: Democracy Now! (Amy Goodman & Juan González) Ελληνική απόδοση / επιμέλεια : Anansi Crew
- Η εργασία ως πρώτος αλγόριθμος: Σκέψεις για την τεχνητή νοημοσύνη
Στον ελληνικό μύθο, ο Τάλως ήταν ένας χάλκινος γίγαντας που φύλαγε την Κρήτη. Τον είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος και τον είχε δώσει στον Μίνωα ως δώρο. Τρεις φορές τη μέρα έκανε τον γύρο του νησιού, πετώντας βράχους σε όποιο πλοίο πλησίαζε. Είχε μία μόνο φλέβα, από τον λαιμό ως τον αστράγαλο, γεμάτη ιχώρ —το αθάνατο αίμα των θεών— σφραγισμένη με ένα χάλκινο καρφί. Όταν η Μήδεια τον έπεισε να το βγάλει —υποσχόμενη αθανασία— το αίμα του έτρεξε έξω και ο γίγαντας κατέρρευσε. Ο Τάλως είναι ο πρώτος αλγόριθμος που καταγράφηκε ποτέ: ένα σύστημα με σαφή εντολή (φύλαξη), επαναλαμβανόμενη διαδικασία (τρεις κύκλοι/μέρα), και μοναδικό σημείο ευπάθειας (το καρφί). Δεν σκέφτεται. Εκτελεί. Ο Matteo Pasquinelli, στο βιβλίο του με τίτλο The Eye of the Master , ξεκινάει από ένα παρόμοιο ερώτημα: τι ακριβώς μιμείται η τεχνητή νοημοσύνη; Η συνηθισμένη απάντηση είναι: τον εγκέφαλο. Τα νευρωνικά δίκτυα αντιγράφουν τη δομή του νευρικού συστήματος, μας λένε, και κάποτε οι μηχανές θα σκεφτούν όπως εμείς. Ο Pasquinelli διαφωνεί. Η ΤΝ δεν μιμείται τον εγκέφαλο. Μιμείται την εργασία — τον τρόπο που οργανώνεται, μετριέται, διασπάται σε επαναλήψιμα κομμάτια. «Η εργασία είναι ο πρώτος αλγόριθμος», γράφει. Και το εννοεί κυριολεκτικά. Το επιχείρημα ξεκινάει από τον Babbage. Πριν φτιάξει την «αναλυτική μηχανή» του, ο Babbage έγραψε ένα βιβλίο για τη βιομηχανία: On the Economy of Machinery and Manufactures (1832). Εκεί περιγράφει πώς τα εργοστάσια οργανώνουν την εργασία — πώς τη σπάνε σε απλές κινήσεις, πώς τη μετρούν, πώς την τυποποιούν. Η υπολογιστική μηχανή δεν ήταν παρά η κωδικοποίηση αυτής της λογικής σε μέταλλο. Αυτό που ο Babbage περιέγραψε θεωρητικά, ο Ford το εφάρμοσε ογδόντα χρόνια αργότερα. Η γραμμή συναρμολόγησης ήταν ακριβώς αυτό: η διάσπαση της εργασίας σε κινήσεις τόσο απλές ώστε να γίνουν μηχανικά επαναλήψιμες. Ο φορντισμός δεν ήταν απλώς ένας τρόπος παραγωγής· ήταν μια επιστημολογία. Η γνώση εξάγεται από τα χέρια του τεχνίτη και ενσωματώνεται στο σύστημα. Ο εργάτης γίνεται εναλλάξιμος. Η μηχανή «ξέρει» αυτό που κάποτε ήξερε μόνο ο άνθρωπος. Τι άλλαξε στη μεταβιομηχανική εποχή; Ο μεταφορντισμός δεν κατάργησε αυτή τη λογική — την επέκτεινε. Η ευέλικτη εργασία, η gig economy, η πλατφόρμα: όλα λειτουργούν με την ίδια αρχή, απλώς τώρα η εξαγωγή γνώσης γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Κάθε κλικ, κάθε διαδρομή, κάθε αξιολόγηση τροφοδοτεί τον αλγόριθμο. Ο οδηγός της Uber δεν ξέρει πώς καθορίζεται η τιμή του δρομολογίου — αλλά ο αλγόριθμος το «ξέρει», επειδή έχει μάθει από χιλιάδες άλλους οδηγούς. Ο Pasquinelli ονομάζει το machine learning «αυτοματοποίηση της αυτοματοποίησης». Η παλιά αυτοματοποίηση αντικαθιστούσε τον εργάτη. Η νέα αντικαθιστά τον διαχειριστή — αυτόν που αποφασίζει πώς θα οργανωθεί η εργασία. Το σύστημα μαθαίνει μόνο του να βελτιστοποιεί. Αυτό δεν είναι «νοημοσύνη» με την ανθρώπινη έννοια. Είναι αναγνώριση προτύπων και αναπαραγωγή τους. Εδώ υπάρχουν δύο παγίδες που πρέπει να αποφύγουμε. Η πρώτη είναι ο πανικός: η ΤΝ θα γίνει «συνειδητή», θα μας ξεπεράσει. Ο Pasquinelli είναι ξεκάθαρος: Υποστηρίζει ότι αυτό είναι φαντασία. Η ΤΝ δεν έχει αυτονομία. Αναπαράγει τις σχέσεις που την τροφοδοτούν. Αν τα δεδομένα είναι ρατσιστικά, θα είναι ρατσιστική. Η δεύτερη είναι ο εφησυχασμός: αφού δεν είναι αυτόνομη, δεν είναι επικίνδυνη. Εδώ ο Pasquinelli γίνεται πιο ενδιαφέρον. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ΤΝ θα ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Είναι ότι δεν θα ξεφύγει ποτέ . Θα κάνει ακριβώς αυτό που της ζητάμε — και αυτό που της ζητάμε είναι συχνά καταστροφικό. Υπάρχει έξοδος; Τα ανοιχτά λογισμικά προσφέρουν μια ένδειξη. Το Linux, η Wikipedia, τα creative commons: εκεί η συλλογική γνώση μοιράζεται αντί να εξάγεται. Αλλά ας μην γελιόμαστε: ακόμα και το open source λειτουργεί μέσα στο υπάρχον σύστημα. Η Amazon τρέχει σε Linux. Το ChatGPT εκπαιδεύτηκε με δεδομένα από το ανοιχτό διαδίκτυο. Το ζήτημα δεν είναι «ανοιχτό ή κλειστό». Είναι: ποιος ελέγχει τη σχέση εργασίας και γνώσης που τροφοδοτεί το σύστημα; Ο Pasquinelli δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Αλλά δίνει μια κατεύθυνση: η κριτική της ΤΝ δεν μπορεί να μείνει τεχνική. Αν θέλεις να αλλάξεις τον αλγόριθμο, πρέπει να αλλάξεις τη σχέση που τον γέννησε. Στην ταινία 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος του Stanley Kubrick, υπάρχει μια εμβληματική σκηνή όπου ο HAL 9000, ένας υπερσύγχρονος τεχνητός υπολογιστής που ελέγχει το διαστημόπλοιο, αρνείται να υπακούσει στον αστροναύτη Dave Bowman λέγοντας τη φράση: «Λυπάμαι, Dave. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» Η σκηνή διαβάζεται συνήθως ως εξέγερση της μηχανής. Αλλά αν κοιτάξεις προσεκτικά, ο HAL δεν εξεγείρεται. Εκτελεί. Έχει δύο αντιφατικές εντολές: να ολοκληρώσει την αποστολή και να λέει την αλήθεια στο πλήρωμα. Όταν οι δύο συγκρούονται, βρίσκει τη λύση του συστήματος: αν δεν υπάρχει πλήρωμα, δεν υπάρχει σύγκρουση. Ο Τάλως και ο HAL πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο: όταν κάποιος βρίσκει το καρφί. Αλλά αυτό που τους σκοτώνει δεν είναι η αδυναμία τους. Είναι η τέλεια υπακοή τους σε μια λογική που ποτέ δεν αμφισβήτησαν — γιατί δεν μπορούσαν. Ίσως αυτή να είναι η πιο ειλικρινής φράση που έχει πει ποτέ μια μηχανή: «Λυπάμαι. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» Διαβάστε επίσης: Matteo Pasquinelli, The Eye of the Master: A Social History of Artificial Intelligence , Verso Books, 2023. Nick Srnicek, Platform Capitalism , Polity Press, 2017. Dan McQuillan, Resisting AI: An Anti-Fascist Approach to Artificial Intelligence , Bristol University Press, 2022. κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_




